Κυριακή 17 Ιουνίου 2018

Τείχη


Τα «τείχη» του Κ.Π.ΚΑΒΑΦΗ από άλλη οπτική γωνία

Μετά από σκέψη περισσή χωρίς αισχύνη, και άνευ φόβου ορμηθείς,
άρχισα γύρω να υψώνω τείχη, πράξη για άλλους ιδιαιτέρως ειδεχθής.

Και σκέφτομαι μονάχος όπως θέλω, μέσα κλεισμένος μα χωρίς απελπισία,
πώς τον κατάδικο μου κόσμο διαφεντεύω, όπως αξίζει στη ζωή με παρρησία
  
Έκλεισα έξω μισθοφόρους κυβερνήτες, κλίκες, φατρίες, πονηρούς μηχανισμούς,
Χίλιους νομάτους που ασκούνε εξουσίες, με εργαλεία τους αμφίβολους  χρησμούς.

Έξω ως φαίνεται δεν είχα τι να κάνω, άλλοι για μένα αποφασίζουν εν λευκώ
Άλλοι  πουλάνε κι αγοράζουν την ζωή μου, και μου ορίζουν το καλό και το κακό.

Ανεπαισθήτως έκτισα τα τείχη λάθρα,  κάνεις απ έξω δεν με πήρε μυρουδιά
δεν άκουσαν θορύβους που δεν θελαν, ούτε ζημιώθηκαν σπυρί απ τη σοδειά.

Όλες οι δίοδοι ανοίγουν από μέσα, και οι παρείσακτοι δεν βρίσκουν κλειδαριά,
στο παραπέτασμα για εκείνους ταξιδεύω, και δείχνει λάθος σταθερά η ζυγαριά.

ΟΥ ΤΙ ΔΑΝΟΣ
17/6/2018=25=7

Πέμπτη 8 Μαρτίου 2018

Πεφταστέρια



-κοιτάζοντας τα σύννεφα, σύμβολα του θριάμβου,
σχήματα και κτερίσματα εικόνες του μυαλού
-Πού ταξιδεύει η ψυχή του άξιου Οδυσσέα ;
πώς μπλέχτηκε το χώμα μας με μυριάδες άνδρες ;
-Δεν ξαποσταίνει η ψυχή ταλαιπωρείται αιώνια,
ξεχνιέται με έναν αργαλειό, πλανιέται σε σαλόνια...
Τα χρώματα, οι ήχοι της και τα πολλά αργύρια,
δεν συναντούν την ομορφιά, τα μάρμαρα, τα δόρια.
-Πόσα χιλιάδες ψέματα πλουτίζονται με γνώσεις;
πόσοι χιλιάδες χάνονται σε ένα παραμύθι;
Η θάλασσα, το κύμα της ακόμη κι ο αχός της,
κρύβουν οργή, κρύβουν χαρά, φιλοξενούν αστέρια
Ακόμη κι απ τον ουρανό αν πέσουν θα ναι εμπρός της
χρυσή βροχή πεφταστεριών, τα συλλογάται αιώνια
Τ αγάπησε, τα πόνεσε και τώρα τα θρηνεί.
Μαζί της όσοι λαχταρούν κι όσοι δεν έχουν τύχη,
ο άνεμος και ο καημός κι αυτοί τη συντροφεύουν,
σαν αγκαλιάζει τη στεριά αυτή την πονεμένη,
με αίματα, με δάκρυα και με κραυγές αθώων
Θα την ξεπλύνει τη στεριά μονάχα αν τη σκεπάσει,
θα εμφανιστεί η αρχοντιά και κάποτε θ αλλάξει
Μια Πηνελόπη καρτερεί, σεμνή κι αναρωτιέται :
θα αλλάξει αυτή η εποχή, θα ανθίσουνε τα σπόρια,
θα βρούνε την ελπίδα τους, θα λάμψουνε στον ήλιο;

Σάββατο 3 Μαρτίου 2018

Σκυταλοδρομία του παντός


   
Τρέχει με βία ο βοσκός να πιάσει,
στον ξεφτισμένο σου ποδόγυρο το νήμα,
με κοροϊδία, το κοπάδι να χορτάσει,
στο μαντρωμένο σου αυλόγυρο, με χρήμα.

Τρέχει αργά η νύχτα να μερώσει,
με τo κελάρυσμα του αγέρα, τα χωράφια,
φτάνει γοργά, η μέρα, να πληρώσει
δώρο αγλάισμα, του ήλιου τα χρυσάφια.

Τρέχει μ΄ ορμή, και το νερό στο ρέμα,
και φτιάχνει ρούγες, με την όχθη ιχνηλάτη,
στη διαδρομή, από πρωί μέχρι το γέρμα,
λευκές φτερούγες, να μαδούν στην πλάτη

Τρέχει με χάρη, κι μυλόπετρα δεμένη,
κι όπως γυρνάει, δεν ξεφεύγει ούτε ρούπι,
κόβει το στάρι, ξεφυσώντας ανασαίνει,
όταν πονάει, δάκρυα στάζουν στο καλούπι.

Τρέχει αιώνια, το σύμπαν και «χωρεί»,
και κάθε εικόνα συνεχώς μορφή αλλάζει,
άπειρα χρόνια, σταθερά «τα πάντα ρεί»,
«δεν μένει τίποτα» ο χρόνος όλο τάζει.

Τρέχει κι ο νους, δεμένος με κλωστή
στην κοσμική ανέμη που γυρίζει,
σε άλλη διάσταση, η ψυχή μου γελαστή,
γνέφει ακίνητη, σαν με καλωσορίζει.

ΟΥ ΤΙ ΔΑΝΟΣ
3/3/2018=17=8

Δευτέρα 12 Φεβρουαρίου 2018

Εγώ είμαι εγώ, εσύ είσαι εσύ;

Από πατρίδα ορφανός
Κι από πατέρα νόθος
αναθρεμμένος αχαμνός
και αδελφός ο μόχθος.

Βήμα το βήμα γλίστρημα,
κάθε φωνή θα σβήσει.
Κρίμα το κάθε σκίρτημα,
πνίγεται πριν ανθίσει

Βουβό γομάρι στο ζυγό
με διαδρομή πλανόδια.
υποταγμένο σ΄ αρχηγό,
βάτραχος δίχως πόδια.

Ανάδρομη σκυφτή ζωή
ιδέες δίχως πράξεις.
Μονάχα βρώμικο ψωμί,
ζυμώνουν οι διατάξεις.  

Μικρό παλιό εξάρτημα,
αφύλαχτο σκουριάζεις,
σαν φοβικό αμάρτημα,
νερό και αίμα στάζεις.

Δεν χόρτασες μετάνοιες,
που γονατίζεις χρόνια,
τις γερασμένες άνοιες,
να βλέπεις με συμπόνια.

Άκου τις ξύλινες φωνές,
κούφιες τυπολατρίες,
κάθε μητρώο διαφανές,
βρωμίζουν στις φατρίες.

Ο επιούσιος πικρός,
το λογισμό σκοτώνει.
Ο κόσμος έγινε μικρός
χωρά σε μια οθόνη.

Παγκόσμια θολούρα μου
Αρπακτική μιζέρια
Την άγονη μουρμούρα μου
Ανέθεσα στ΄ αστέρια.

ΟΥ ΤΙ ΔΑΝΟΣ
12/2/2018=16=7