Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μιχαήλ Τσίτσος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μιχαήλ Τσίτσος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2016

Γκρίζο τοπίο μα όμορφες σκέψεις.

Η θάλασσα έφτιαχνε μωσαϊκό λαμπιρίζοντας τα μικρά κυματάκια της στο φως της μέρας που πρόβαλε απαλά φιλώντας τη νυχτιά που έφευγε.
Συννεφιά και η μελαγχολία της μέρας έφεγγε στη μπαλκονόπορτα του ξενοδοχείου.
Τα βουνά στον ορίζοντα μοναχικά καΐκια αφήνανε το περίγραμμά τους να γράφει σκιές ψηλώνοντας πίνακες στο υγρό τοπίο.
Μια δυό στάλες πέφτανε να τονίσουνε τη μουντάδα της μέρας μα τίποτε περισσότερο.
Δε θα βρέξει και ο δρόμος μας θα είναι καθαρός χωρίς πολύ ήλιο να μας πονάει τα μάτια.
Τρίτη πρωί, η έκθεση τελείωσε και μαζέψαμε τις ελπίδες μιας καλής σαιζόν στις βαλίτσες και αναχωρήσαμε ανάμεσα στις απαλές γραμμές της Αττικής.
Αυτοκίνητα , κίνηση, οδηγοί που τρέχανε να προλάβουνε, κυρίες με καπελάκια οδηγώντας προσεκτικά σα να βγήκανε από άλλη εποχή, και κάποιοι αθλητές στην Μαραθώνος αγκομαχάγανε να κερδίσουνε αποστάσεις με ιδρώτα.
Άνθρωποι στις στάσεις περιμένανε τη συγκοινωνία και άλλοι βγαίνανε και μπαίνανε στα μαγαζιά.
Εποχές περίεργες πια και απροσδιόριστες.
Τεράστια πολυκαταστήματα στη διαδρομή έχασκαν άδεια έρημα που κάποτε έσφυζαν από κόσμο που μπαινόβγαινε κρατώντας ψώνια και χαρά.
Άλλαξαν οι καιροί βιαστικά απότομα.
Οι άνθρωποι κρύβονται φυλάγονται , αραίωσαν την παρουσία τους .
Οι δρόμοι κάνουνε παρέα τα σκονισμένα δεντράκια στα πεζοδρόμια και τα καταστήματα περιμένουνε θλιμμένα….
Μπαίνοντας στην Αττική οδό το τσιμέντο γέμισε , ψήλωσε σα φυλακή και τα αυτοκίνητα τρέχανε βιαστικά να βρούνε την έξοδό τους να δούνε σπίτια κι ουρανό.
Στην εθνική γέμισαν νταλίκες που βαριανασαίνανε μη μπορώντας να προλάβουνε τα γιώταχί που προσπερνάγανε αναβοσβήνοντας τα φλας.
Θόρυβος , πολύς θόρυβος που πισωγύριζε και δυνάμωνε χτυπώντας στις γκρίζες πολυκατοικίες.
Και όσο περνάγαμε τις εξόδους της Αθήνας η κίνηση αραίωνε μέχρι που ήμασταν ένα αυτοκίνητο εδώ, ένα εκεί και από καμιά νταλίκα περίμενε να την προσπεράσουμε.
Ο δρόμος συνέχιζε κι έχανε μακρυά τη γκρίζα γραμμή του κι εμείς όλο και τρέχαμε να καλύψουμε χιλιόμετρα.
Γκρίζο τοπίο μα όμορφες σκέψεις.
Γυρνάγαμε στη βάση μας και αυτό δεν το αλλάζαμε με τίποτε.
Θεόρατα απόκρημνα βουνά μας χαιρετάγανε και μετά θάλασσα.
Και μετά το τοπίο το κρύβανε οι ακακίες καταπράσινες με τον καφετί καρπό τους. Καμαρώνανε στην άκρη του δρόμου ξέροντας την ομορφιά τους.
Τις κοίταζα όσο μπορούσα στη φυλλωσιά τους και τις χαιρέταγα σα νάξερα πως με νιώθουνε.
Μια ακακία είχαμε και στην αυλή στο πατρικό.
Οι ακακίες μας θυμίζανε την πατρίδα τη Σμύρνη και οι Μικρασιάτες είχαμε από μια ακακία στην αυλή να μας θυμίζουνε πως κάποτε ήμασταν αλλού σε ευλογημένα χώματα, εκεί που τα κόκκαλα των παππούδων μας μείνανε άθαφτα περιμένοντάς μας…
Αχ ακακίες με τα όμορφα άσπρα λουλούδια σας !
Αχ ακακίες στην άκρη του δρόμου…
Προχωράμε και η Εύβοια πρόβαλλε πελώρια , πανέμορφη καταπράσινη .
Τα χωριά της , οι κωμοπόλεις της αστράφτανε άσπρες κυράδες με τα κόκκινα κεραμίδια τους πάνω από τη γκριζογάλαζη θάλασσα.
Πόση κίνηση θάχουνε τώρα σκέφτηκα . Κόσμος πάει έρχεται, τρέχει να προλάβει.
Κόσμος που δεν φαίνεται από τόση απόσταση μα τα σπίτια , οι πολυκατοικίες στέκουνε στολίζοντας το πράσινο τοπίο.
Πόσοι από αυτούς που κοιτάζω τώρα προς τα εκεί, θα περάσουνε κάποια στιγμή δίπλα μας χωρίς να το μάθουμε.
Και ο δρόμος συνεχίζει ανάμεσα σε βουνά και πεδιάδες με καταπράσινες φορτωμένες καρπό ελιές , και στρέμματα ατέλειωτα με βαμβάκια και σιτάρια που κόπηκαν όσο προχωράμε προς Λάρισα.
Χωριά μικρά, μεγάλα, απλώνονται εδώ κι εκεί έχοντας στο κέντρο τους ψηλά καμπαναριά. Κάποτε περνάγαμε ανάμεσα σε πολλά από αυτά, μα τώρα ο δρόμος ακατάδεχτος μόνο σε ταμπέλες εξόδου μας τα ονοματίζει.
Θυμάσαι κάποτε στα Καμένα Βούρλα;Στο καφέ;
Πάει πια , εκεί μόνο οι αναμνήσεις μείνανε. Δε θα ξανακαθίσουμε στα παγκάκια δίπλα στη θάλασσα.
Οι εποχές…αχ οι εποχές πως αλλάζουνε τα πάντα !
Πως αλλάζουνε τη γλύκα την ανεμελιά για μιας ώρας δρόμο.
Λέω, να, λέω μια φορά να φύγουμε χωριό χωριό , παραλία παραλία να μη νοιαστούμε.
Να ξεχαστούμε στα καφέ και τα ταβερνάκια που θα βρούμε μπροστά μας.
Να σε κοιτάζω, να με κοιτάζεις, να σε αγκαλιάζω να χαιδεύω τα μαλλιά σου… να τρώμε γλυκά και να γεμίζουμε το στόμα σιρόπια , να γελάμε κάνοντας γκριμάτσες.
Να γελάμε… από πότε έχουμε να γελάσουμε.
Από πότε τα μάτια μας χάσανε τη λάμψη της χαράς μα σκοτεινιάσανε πασχίζοντας στα μισοσκόταδα της ανάγκης.
Μιζεριάσαμε το ξέρεις;
Περνάμε τα Τέμπη και δεν ξέρω αν τα ξαναπεράσουμε.
Τα τούνελ όπου νάναι θα παραδοθούν στην εθνική οδό και η Αγία Παρασκευή θα μείνει πάντερμη ανάμεσα στα πελώρια δέντρα, τα βράχια .
Η γέφυρα θα βλέπει τα θολά νερά του Πηνειού να κυλάνε βουβή σκονισμένη.
Άραγε ποιος θα πηγαίνει να ανάβει κεριά στα εικονίσματα.
Πως μας πονάει ο χρόνος που κυλάει τα θολά νερά του σαν τον Πηνειό !
Πως μα πως μας πονάει !
Πως αλλάζουνε όλα τόσο μα τόσο γρήγορα. Βιαστικοί καιροί και τα τοπία ξεχάστηκαν μαζί με τις αγκαλιές που δεν θα τις ξανανιώσουνε τα μοναχικά παγκάκια.
Όλα φεύγουνε κυλάνε στα θολά νερά του χρόνου που κανείς δεν ξέρει τι μπορεί να κρύβουνε μέσα τους.
Θέλω να σ αγκαλιάσω. Να γευτώ τα χείλη σου , το άρωμά σου … μα δεν προλαβαίνω.
Δεν προλαβαίνεις κι εσύ. Κι έτσι γίνεται η φωνή κόμπος στο λαιμό και δεν βγαίνει.
Τα δάκρυα τα ξεχάσαμε και μαζεύτηκαν, γίνανε καρκίνος.
Άσε με να σου χαιδέψω τα μαλλιά να γιάνεις να γιάνω.
Έλα να κάνουμε το ταξείδι Αθήνα Βέροια πολλές ώρες, αμέτρητες.
Να μη μετράμε βιαστικά χιλιόμετρα, μόνο αγάπη να μετράμε. Φιλιά. Γέλια.
Πόσα παγκάκια Θεέ μου ερήμωσαν στις μικρές παραλίες.
Να , σου πήρα ένα κίτρινο τριαντάφυλλο να στο δώσω. Να ταξιδέψουμε μαζί.
Που είσαι. Δεν είσαι. Δεν… Πόσα δεν Θεέ μου!
Σ ένα παγκάκι ξεβαμμένο σε μια μικρή παραλία σκάλισα το όνομά σου όταν περάσεις να το δεις.
Και άφησα ένα κίτρινο τριαντάφυλλο για σένα.
Αν βιαστείς θα το βρεις στεγνό , μαραμένο μα θάναι για σένα. Βιάσου πριν το πάρει ο αγέρας και το πετάξει στα κύματα , το πάρει και φύγει.
Είναι εκεί το στίγμα μου , ένα κίτρινο τριαντάφυλλο.
Αθήνα Βέροια, χιλιόμετρα που βιάζονται .
Χιλιόμετρα, πόνος , και οι ακακίες βουβές ρίξανε τα λουλούδια τους μα ποιος θα το προσέξει.
Τα σιτάρια μαζευτήκανε και ο καπνός γέμισε τον κάμπο από τα καμένα χωράφια που θα οργωθούν , θα ετοιμαστούνε για την επόμενη χρονιά.
Τα βαμβάκια στον κάμπο της Λάρισας είναι έτοιμα για μάζεμα και οι χιλιάδες ασημοπράσινες ελιές θα δώσουνε καρπό.
Τα αυτοκίνητα θα τρέχουνε τον εθνικό δρόμο βιαστικά να προλάβουνε.
Και οι ακακίες στην άκρη του δρόμου θα μαραζώσουνε γιατί κανείς δεν θα τις κοιτάζει.
Οι ακακίες με τα λευκά άνθη…
Και μια μέρα το σκοτάδι θα τα σκεπάσει όλα.
Και η Αγία Παρασκευή θα ξεχαστεί για πάντα στην κοιλάδα των Τεμπών.
Τα κεράκια θα σβηστούν για πάντα κι εμείς θα έχουμε χάσει την αγκαλιά. Για πάντα.
Την αγκαλιά και τα γέλια στα μικρά παγκάκια. Εκεί στις μικρές παραλίες.
Ένα κίτρινο τριαντάφυλλο.
Το άφησα να το πάρει ο αέρας.
Να το δώσει στη θάλασσα .
Να σκορπιστούν τα πέταλά του εδώ κι εκεί με τις χαμένες ανεκπλήρωτες σκέψεις και ελπίδες.
Αχ μοναξιά !

Μιχαηλ Τσιτσος

Σάββατο, 25 Ιουλίου 2015

Τέσσερις και τριάντα εννέα λεπτά...

.....αυτή η ώρα είναι που η ΙΩ έρχεται με το άρμα της στη γη, και προετοιμάζει τη μέρα,
να δεχτεί τον ήλιο.
Είναι η καλύτερη ώρα για προσευχή λέει ο Παύλος
Η αρχαία ΙΩ ηλεκτρίζει τον χώρο τα πάντα.
Αν αυτή την ώρα ξυπνάς απλά ανοίγεις το νου στον Θεό και μένεις έτσι, χωρίς λόγια
χωρίς κινήσεις, ίσα με λίγη ανάσα
νιώθεις τον Θεό μέσα σου, δίπλα παντού.
Είναι η καλύτερη ώρα για να είσαι με σένα....
Η ζωή μας πονάει γιατί την θελήσαμε αλλιώτικη, αλλά τις περισσότερες φορές υποσυνείδητα, χωρίς να το έχουμε καταλάβει
Είναι αυτό το κάτι που μας κάθεται στο στομάχι, είναι αυτό το κάτι δε μας κάθεται καλά στο νου, είναι αυτό που μας σπάει τα νεύρα και δεν ξέρουμε τι είναι....
O μέσα εαυτός μας ξέρει τα πάντα για εμάς, μα εμείς δεν μπoρούμε να επικοινωνήσουμε,
Eίναι αυτό το "γνώθι σαυτόν" που δεν τόχουμε τελικά
Eίναι το μέσα μας,
Το εγώ μας που θέλει αυτό ή το άλλο, μα εμείς δεν του το δίνουμε,
ή.....
ή είναι αυτό που μας στέρησαν τα πρέπει στη ζωή μας
Αυτά τα πρέπει που όρισε η κοινωνία και οι άλλοι.
Είναι τα πρέπει που όρισαν την ύπαρξή μας, και έτσι μείναμε να δίνουμε νερό να πιούνε όλοι εκτός από εμάς.
θα σου πω κάτι...
Άναβα κερί γι αυτούς που έφυγαν.
Άναβα κερί για κάποιον που δεν ήτανε καλά.
Άναβα κερί για κάποιον που κάτι του πήγαινε στραβά.
Κερί όμως για μένα, δεν άναψα ποτέ!
Δεν πρέπει κάποτε να το κάνεις; ...ή να το κάνω;
Να ανάψω το κερί μου μπροστά στον Θεό, να του πω πως με αγαπάω.
Να ανέβει η προσευχή για μένα,
Να του πω πως θέλω να με αγκαλιάσει να με ζώσει με αγάπη που δεν είχα,
Να με τυλίξει με τη ζεστασιά του, που μέχρι τώρα μόνο έδινα, και έδινα στους άλλους.
Το σώμα μου γέμισε πληγές, και κόντεψα να πεθάνω, γιατί ποτέ δεν κοίταξα εμένα!
ΘΕΕ!
Πόσο λάθος ήτανε η ζωή μου!
Πόσοι ανεβήκανε στην πλάτη μου και τους κουβάλησα!
Πόσοι με πίκραναν, πόσοι με κούρασαν, πόσοι με πλήγωσαν, μα εγώ......
Πάντα εκεί.
Πάντα εκεί για τους άλλους και ποτέ για μένα!
Δεν με αγάπησα ποτέ!
Δεν αγάπησα την ψυχή μου, δεν αγάπησα εμένα.
Μα που καιρός να αγαπηθώ.
Που καιρός να μου προσφέρω μια ζεστή φέτα ψωμί, να την αλείψω με μαλακό βούτυρο,
να της βάλω μαρμελάδα, και να με γλυκάνω!
ΠΟΤΕ!
Και έτσι Πηνελόπη φάγαμε τα νιάτα μας, τη ζωή μας δίνοντας…. οι παντοτινοί της προσφοράς.
Οι παντοτινοί της υπερπροσφοράς και της υπερπροστατευτικότητας.
Και εμείς που ήμασταν σε όλο αυτό το ατελείωτο δώσε;
Πουθενά δεν ήμασταν.
Το κορμί και η ψυχή μας, χτυπάγανε την πόρτα μας, μα εμείς κουφοί.
-Δεν προλαβαίνω τώρα φύγε.
Κάποια άλλη φορά ίσως.
Κάποια άλλη στιγμή.
Τώρα έχω να δώσω.
Τώρα έχω να προστατέψω.
Πήγαινε.
Πήγαινε και κουβάλα κι εσύ εαυτέ.
Πήγαινε και κουβάλα κι εσύ ψυχή μου.
Εσείς δεν έχετε ανάγκη.
Εσείς δεν χρειάζεστε
Και έτσι η ψυχή μας βούρκωσε, έκατσε στη γωνιά με παράπονο και άρχισε να κλαίει,
και γέμισε δάκρυα, μα σε κάθε κάλεσμά της είχαμε δουλειές και άλλους να βολέψουμε.
Και τα δάκρυα της ψυχής γέμισαν τον τόπο και εσένα σου έγιναν καρκίνος,
και εμένα μου έγιναν η άσχημη δερματίτιδα που πέρασα και με έφερε μπροστά στο θάνατο!
Πόσες φορές από τους ασταμάτητους πόνους και τον ασταμάτητο κνησμό,
Πόσες μα πόσες φορές είπα να πέσω απ το μπαλκόνι να τελειώνω!
Δακρύζω τώρα που τα γράφω.....
Δακρύζω γιατί έμεινα μόνος χωρίς καν την ψυχή μου δίπλα μου!
Χωρίς καν τον εαυτό μου.
Χωρίς καν εμένα!
Και στο τέλος όλοι έμαθαν να τους δίνουμε.
Εμείς τους το κάναμε έτσι. όλοι περιμένανε να πάρουνε, χωρίς να μας δώσουνε,
γιατί έτσι το φτιάξαμε
Φτιάξαμε τον καρκίνο μας, φτιάξαμε τη δυστυχία μας!
Γιατί;
Γιατί δεν ξέραμε!
Γιατί δεν γνωρίζαμε ότι είμαστε σαν τους άλλους κι εμείς.
Γιατί μέσα μας υπήρχανε χιλιάδες θέλω και τα σκεπάζαμε.
Γιατί μέσα μας υπήρχε ζωή που ήθελε να ξεπεταχτεί να νιώσει, να χαρεί!
Γιατί ποτέ δεν γυρίσαμε τα μάτια μας μέσα μας να δούμε!
Και τώρα;
Kαι τώρα δεν μπορούμε ούτε την αγκαλιά να νιώσουμε, ούτε τη ζεστασιά,
γιατί δεν θέλαμε να μας δώσουνε.
Θέλαμε μόνο να δώσουμε.
Γιατί σκληρύναμε και γίναμε άκαμπτοι.
Η ψυχή μας αφήνει πια τα δάκρυά της, και αυτά στάζουνε γίνανε πληγή.
Αγαπήσαμε άλλους, δώσαμε, και δεν δώσαμε σε εμάς;
Μέγα έγκλημα!
Τώρα όμως στο αμήν, τώρα που φτάσαμε κοντά στον γκρεμό,
τώρα που μάθαμε από τα σκαμπίλια, τώρα είναι καιρός να γυρίσουμε, να σωθούμε!
Αν δεν το κάνουμε καήκαμε!
Aν δεν το κάνουμε θα έχουμε φτύσει την ψυχή μας, τον εαυτό μας!
Δεν μας αγκάλιασε κανείς πραγματικά, γιατί δεν το θελήσαμε!
Γι αυτό πληγωθήκαμε αφόρητα.
Μείναμε χωρίς χάδι, μείναμε χωρίς χέρι να μας ακουμπήσει, να μας ζεστάνει.
Ήρθε η ώρα να κοιτάξουμε ψηλά για εμάς.
Ήρθε η ώρα να ανάψουμε το δικό μας κερί.
Ήρθε η ώρα να ζητήσουμε να αγαπηθούμε!
Ήρθε η ώρα να ρίξουμε τον άκαμπτο εγωισμό μας.
Ήρθε η ώρα να μαλακώσουμε, να νιώσουμε πως δεν γίναμε ακόμη Θεοί, πως δεν είμαστε έτοιμοι, πως θέλουμε ζεστασιά να προχωρήσουμε!
Ήρθε η ώρα να φωνάξουμε - Θεέ μου!
Είμαι μόνος αγάπησέ με!
Αγκάλιασέ με Θεέ μου!
Θεέ μου λυπήσουμε πεθαίνω!
Θεέ μου πάρε το χέρι μου ζέστανέ το!
Ζέστανε το χέρι που μόνο έδινε και δεν πήρε ποτέ!
Πόσο εγωιστής υπήρξα!
Μα ποιος ήμουνα που νόμισα ότι έχω τόση δύναμη;
Πληγώθηκα και δεν είδα τις πληγές μου γιατί δεν προλάβαινα.
Δεν προλάβαινα, ο μικρός εγωιστής που μόνο έδινα, έδινα ασταμάτητα!
Έλα Θεέ μου και τύλιξέ με!
Έλα παντοτινή αγάπη που σε αρνιόμουνα τόσο καιρό !
Δεν είμαι Θεός, δεν είμαι παντοδύναμος, δεν είμαι ακούραστος
Πόσο μα πόσο κακό με έκανα!
Αλλά ξέρω πως ποτέ δεν είναι αργά!
Ξέρω πως είσαι εκεί, και περιμένεις να σου απλώσω το χέρι, να έρθω κοντά σου να με αγκαλιάσεις, να μου πάρεις τον πόνο, να μου σκουπίσεις τα δάκρυα !
να μου πεις έλα παιδί μου!
Ξέρω ότι είσαι πάντα εκεί για μένα!
Ξέρω ότι εγώ έφυγα από τη ζεστασιά σου να φτιάξω τον δικό μου ήλιο που θα ζεσταίνει άλλους!
Πόσο μα πόσο εγωισμός!
Ήρθε η ώρα να σε κοιτάξω κατάματα και να πω:
-Ναι έκανα λάθη
-Ναι δεν με αγάπησα, μα θα το κάνω τώρα.
-Ναι με τύλιξε ο εγωισμός και έφυγα από σένα από τη ζεστασιά σου.
-Ναι αλλά τώρα ξέρω!
Τώρα ξέρω τι πρέπει να κάνω !
Τώρα ξέρω και αφήνομαι στα χέρια σου!

4:39=16=7