Πέμπτη, 21 Δεκεμβρίου 2017

Quo vadis ?

Το κάθε σούρουπο σ΄ αρπάζει απ το χέρι,
βουή στα αυτιά σου, η ημέρα που γλιστρά,
Μυρίζουν μόσχο κάθε βράδυ τέτοια μέρη,
σαν λιτανείες στ΄ ανηφόρια του Μυστρά. 

Γυαλίζει ο νιός, της μάγισσας τη σφαίρα,
ξεθάβει ο γέρος την ασπίδα της τιμής,
κούφιοι χρησμοί σκορπάνε στον αιθέρα,
μισοσπασμένοι απ΄ τα χέρια της μαμής.

Σε σάπιες ράγες καθηλώνονται βαγόνια,
χωρίς ελπίδα για τροχιά προς το καινό.
άγουρη νιότη, στοιβαγμένη σε μπαλκόνια,
μ΄ αίμα σφραγίζει τις συνθήκες σε πανό.

Όλους μαζί, το κάθε σούρουπο μας βρίσκει
Κι ας  προχωράμε χωρισμένοι στη βροχή
Μοιάζει η ελπίδα με παμπόνηρη παιδίσκη
που είναι στ΄ αλήθεια η γερασμένη ανοχή.

Λέξεις αλλήθωρες ζαβές, η γλώσσα γνέθει
και λάσπη αόρατη, πετάει ο καιρός.  
Τι προσβολή στη λογική μου  αυτή η μέθη
καθάρισε με, να πεθάνω καθαρός.

ΟΥ ΤΙ ΔΑΝΟΣ
21/12/2017=16=7

Δευτέρα, 18 Δεκεμβρίου 2017

Χειμερία νάρκη


Σαν την ανέμη που τις εποχές ανοίγει, αδράχτι ο χρόνος αιωνίως τις τυλίγει.

Οι πεταλούδες περιμένουνε στην στάχτη, τον ερχομό του έφηβου του Μάρτη.

Κάποιος γυμνός με νότες ανασαίνει, καθώς τυλίχτηκε της μοναξιάς τη χλαίνη.

Δήμιοι ουρλιάζουν οι αέρηδες στη στέγη, σκορπά ο καπνός κι’  οπτασία φεύγει.
   
Φέγγει στο τζάκι θαλπωρή του χθες, αγιογραφώντας των αγγέλλων τις μορφές.

Τι προστασία, πόσο τρυφερά αγγίζει, τούτη η εικόνα, που στη μνήμη τριγυρίζει,

μαύρο βελούδο την ανάμνησή μας ντύνει, γεύση γλυκιά ερωτικού φιλιού αφήνει.

Τώρα, πώς έγινε και ξαφνικά μεταμορφώνει, η σπίθα που ποτέ της δεν παγώνει

αυτό το θαυμαστό τριμμένο ρούχο, κάθε χειμώνας κι ένα μπάλωμα του πού χω,


κι έγινε ένα με την σάρκα μου η ευχή του, μελέτησε την χειμωνιά μου η ψυχή του


κανείς δεν ξέρει τα κουρέλια και τα ράκη, πότε θα βγουν από την χειμερία νάρκη.

ΟΥ ΤΙ ΔΑΝΟΣ
12/12/2017=16=7