Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2016

Γκρίζο τοπίο μα όμορφες σκέψεις.

Η θάλασσα έφτιαχνε μωσαϊκό λαμπιρίζοντας τα μικρά κυματάκια της στο φως της μέρας που πρόβαλε απαλά φιλώντας τη νυχτιά που έφευγε.
Συννεφιά και η μελαγχολία της μέρας έφεγγε στη μπαλκονόπορτα του ξενοδοχείου.
Τα βουνά στον ορίζοντα μοναχικά καΐκια αφήνανε το περίγραμμά τους να γράφει σκιές ψηλώνοντας πίνακες στο υγρό τοπίο.
Μια δυό στάλες πέφτανε να τονίσουνε τη μουντάδα της μέρας μα τίποτε περισσότερο.
Δε θα βρέξει και ο δρόμος μας θα είναι καθαρός χωρίς πολύ ήλιο να μας πονάει τα μάτια.
Τρίτη πρωί, η έκθεση τελείωσε και μαζέψαμε τις ελπίδες μιας καλής σαιζόν στις βαλίτσες και αναχωρήσαμε ανάμεσα στις απαλές γραμμές της Αττικής.
Αυτοκίνητα , κίνηση, οδηγοί που τρέχανε να προλάβουνε, κυρίες με καπελάκια οδηγώντας προσεκτικά σα να βγήκανε από άλλη εποχή, και κάποιοι αθλητές στην Μαραθώνος αγκομαχάγανε να κερδίσουνε αποστάσεις με ιδρώτα.
Άνθρωποι στις στάσεις περιμένανε τη συγκοινωνία και άλλοι βγαίνανε και μπαίνανε στα μαγαζιά.
Εποχές περίεργες πια και απροσδιόριστες.
Τεράστια πολυκαταστήματα στη διαδρομή έχασκαν άδεια έρημα που κάποτε έσφυζαν από κόσμο που μπαινόβγαινε κρατώντας ψώνια και χαρά.
Άλλαξαν οι καιροί βιαστικά απότομα.
Οι άνθρωποι κρύβονται φυλάγονται , αραίωσαν την παρουσία τους .
Οι δρόμοι κάνουνε παρέα τα σκονισμένα δεντράκια στα πεζοδρόμια και τα καταστήματα περιμένουνε θλιμμένα….
Μπαίνοντας στην Αττική οδό το τσιμέντο γέμισε , ψήλωσε σα φυλακή και τα αυτοκίνητα τρέχανε βιαστικά να βρούνε την έξοδό τους να δούνε σπίτια κι ουρανό.
Στην εθνική γέμισαν νταλίκες που βαριανασαίνανε μη μπορώντας να προλάβουνε τα γιώταχί που προσπερνάγανε αναβοσβήνοντας τα φλας.
Θόρυβος , πολύς θόρυβος που πισωγύριζε και δυνάμωνε χτυπώντας στις γκρίζες πολυκατοικίες.
Και όσο περνάγαμε τις εξόδους της Αθήνας η κίνηση αραίωνε μέχρι που ήμασταν ένα αυτοκίνητο εδώ, ένα εκεί και από καμιά νταλίκα περίμενε να την προσπεράσουμε.
Ο δρόμος συνέχιζε κι έχανε μακρυά τη γκρίζα γραμμή του κι εμείς όλο και τρέχαμε να καλύψουμε χιλιόμετρα.
Γκρίζο τοπίο μα όμορφες σκέψεις.
Γυρνάγαμε στη βάση μας και αυτό δεν το αλλάζαμε με τίποτε.
Θεόρατα απόκρημνα βουνά μας χαιρετάγανε και μετά θάλασσα.
Και μετά το τοπίο το κρύβανε οι ακακίες καταπράσινες με τον καφετί καρπό τους. Καμαρώνανε στην άκρη του δρόμου ξέροντας την ομορφιά τους.
Τις κοίταζα όσο μπορούσα στη φυλλωσιά τους και τις χαιρέταγα σα νάξερα πως με νιώθουνε.
Μια ακακία είχαμε και στην αυλή στο πατρικό.
Οι ακακίες μας θυμίζανε την πατρίδα τη Σμύρνη και οι Μικρασιάτες είχαμε από μια ακακία στην αυλή να μας θυμίζουνε πως κάποτε ήμασταν αλλού σε ευλογημένα χώματα, εκεί που τα κόκκαλα των παππούδων μας μείνανε άθαφτα περιμένοντάς μας…
Αχ ακακίες με τα όμορφα άσπρα λουλούδια σας !
Αχ ακακίες στην άκρη του δρόμου…
Προχωράμε και η Εύβοια πρόβαλλε πελώρια , πανέμορφη καταπράσινη .
Τα χωριά της , οι κωμοπόλεις της αστράφτανε άσπρες κυράδες με τα κόκκινα κεραμίδια τους πάνω από τη γκριζογάλαζη θάλασσα.
Πόση κίνηση θάχουνε τώρα σκέφτηκα . Κόσμος πάει έρχεται, τρέχει να προλάβει.
Κόσμος που δεν φαίνεται από τόση απόσταση μα τα σπίτια , οι πολυκατοικίες στέκουνε στολίζοντας το πράσινο τοπίο.
Πόσοι από αυτούς που κοιτάζω τώρα προς τα εκεί, θα περάσουνε κάποια στιγμή δίπλα μας χωρίς να το μάθουμε.
Και ο δρόμος συνεχίζει ανάμεσα σε βουνά και πεδιάδες με καταπράσινες φορτωμένες καρπό ελιές , και στρέμματα ατέλειωτα με βαμβάκια και σιτάρια που κόπηκαν όσο προχωράμε προς Λάρισα.
Χωριά μικρά, μεγάλα, απλώνονται εδώ κι εκεί έχοντας στο κέντρο τους ψηλά καμπαναριά. Κάποτε περνάγαμε ανάμεσα σε πολλά από αυτά, μα τώρα ο δρόμος ακατάδεχτος μόνο σε ταμπέλες εξόδου μας τα ονοματίζει.
Θυμάσαι κάποτε στα Καμένα Βούρλα;Στο καφέ;
Πάει πια , εκεί μόνο οι αναμνήσεις μείνανε. Δε θα ξανακαθίσουμε στα παγκάκια δίπλα στη θάλασσα.
Οι εποχές…αχ οι εποχές πως αλλάζουνε τα πάντα !
Πως αλλάζουνε τη γλύκα την ανεμελιά για μιας ώρας δρόμο.
Λέω, να, λέω μια φορά να φύγουμε χωριό χωριό , παραλία παραλία να μη νοιαστούμε.
Να ξεχαστούμε στα καφέ και τα ταβερνάκια που θα βρούμε μπροστά μας.
Να σε κοιτάζω, να με κοιτάζεις, να σε αγκαλιάζω να χαιδεύω τα μαλλιά σου… να τρώμε γλυκά και να γεμίζουμε το στόμα σιρόπια , να γελάμε κάνοντας γκριμάτσες.
Να γελάμε… από πότε έχουμε να γελάσουμε.
Από πότε τα μάτια μας χάσανε τη λάμψη της χαράς μα σκοτεινιάσανε πασχίζοντας στα μισοσκόταδα της ανάγκης.
Μιζεριάσαμε το ξέρεις;
Περνάμε τα Τέμπη και δεν ξέρω αν τα ξαναπεράσουμε.
Τα τούνελ όπου νάναι θα παραδοθούν στην εθνική οδό και η Αγία Παρασκευή θα μείνει πάντερμη ανάμεσα στα πελώρια δέντρα, τα βράχια .
Η γέφυρα θα βλέπει τα θολά νερά του Πηνειού να κυλάνε βουβή σκονισμένη.
Άραγε ποιος θα πηγαίνει να ανάβει κεριά στα εικονίσματα.
Πως μας πονάει ο χρόνος που κυλάει τα θολά νερά του σαν τον Πηνειό !
Πως μα πως μας πονάει !
Πως αλλάζουνε όλα τόσο μα τόσο γρήγορα. Βιαστικοί καιροί και τα τοπία ξεχάστηκαν μαζί με τις αγκαλιές που δεν θα τις ξανανιώσουνε τα μοναχικά παγκάκια.
Όλα φεύγουνε κυλάνε στα θολά νερά του χρόνου που κανείς δεν ξέρει τι μπορεί να κρύβουνε μέσα τους.
Θέλω να σ αγκαλιάσω. Να γευτώ τα χείλη σου , το άρωμά σου … μα δεν προλαβαίνω.
Δεν προλαβαίνεις κι εσύ. Κι έτσι γίνεται η φωνή κόμπος στο λαιμό και δεν βγαίνει.
Τα δάκρυα τα ξεχάσαμε και μαζεύτηκαν, γίνανε καρκίνος.
Άσε με να σου χαιδέψω τα μαλλιά να γιάνεις να γιάνω.
Έλα να κάνουμε το ταξείδι Αθήνα Βέροια πολλές ώρες, αμέτρητες.
Να μη μετράμε βιαστικά χιλιόμετρα, μόνο αγάπη να μετράμε. Φιλιά. Γέλια.
Πόσα παγκάκια Θεέ μου ερήμωσαν στις μικρές παραλίες.
Να , σου πήρα ένα κίτρινο τριαντάφυλλο να στο δώσω. Να ταξιδέψουμε μαζί.
Που είσαι. Δεν είσαι. Δεν… Πόσα δεν Θεέ μου!
Σ ένα παγκάκι ξεβαμμένο σε μια μικρή παραλία σκάλισα το όνομά σου όταν περάσεις να το δεις.
Και άφησα ένα κίτρινο τριαντάφυλλο για σένα.
Αν βιαστείς θα το βρεις στεγνό , μαραμένο μα θάναι για σένα. Βιάσου πριν το πάρει ο αγέρας και το πετάξει στα κύματα , το πάρει και φύγει.
Είναι εκεί το στίγμα μου , ένα κίτρινο τριαντάφυλλο.
Αθήνα Βέροια, χιλιόμετρα που βιάζονται .
Χιλιόμετρα, πόνος , και οι ακακίες βουβές ρίξανε τα λουλούδια τους μα ποιος θα το προσέξει.
Τα σιτάρια μαζευτήκανε και ο καπνός γέμισε τον κάμπο από τα καμένα χωράφια που θα οργωθούν , θα ετοιμαστούνε για την επόμενη χρονιά.
Τα βαμβάκια στον κάμπο της Λάρισας είναι έτοιμα για μάζεμα και οι χιλιάδες ασημοπράσινες ελιές θα δώσουνε καρπό.
Τα αυτοκίνητα θα τρέχουνε τον εθνικό δρόμο βιαστικά να προλάβουνε.
Και οι ακακίες στην άκρη του δρόμου θα μαραζώσουνε γιατί κανείς δεν θα τις κοιτάζει.
Οι ακακίες με τα λευκά άνθη…
Και μια μέρα το σκοτάδι θα τα σκεπάσει όλα.
Και η Αγία Παρασκευή θα ξεχαστεί για πάντα στην κοιλάδα των Τεμπών.
Τα κεράκια θα σβηστούν για πάντα κι εμείς θα έχουμε χάσει την αγκαλιά. Για πάντα.
Την αγκαλιά και τα γέλια στα μικρά παγκάκια. Εκεί στις μικρές παραλίες.
Ένα κίτρινο τριαντάφυλλο.
Το άφησα να το πάρει ο αέρας.
Να το δώσει στη θάλασσα .
Να σκορπιστούν τα πέταλά του εδώ κι εκεί με τις χαμένες ανεκπλήρωτες σκέψεις και ελπίδες.
Αχ μοναξιά !

Μιχαηλ Τσιτσος