Σάββατο, 25 Ιουλίου 2015

Τέσσερις και τριάντα εννέα λεπτά...

.....αυτή η ώρα είναι που η ΙΩ έρχεται με το άρμα της στη γη, και προετοιμάζει τη μέρα,
να δεχτεί τον ήλιο.
Είναι η καλύτερη ώρα για προσευχή λέει ο Παύλος
Η αρχαία ΙΩ ηλεκτρίζει τον χώρο τα πάντα.
Αν αυτή την ώρα ξυπνάς απλά ανοίγεις το νου στον Θεό και μένεις έτσι, χωρίς λόγια
χωρίς κινήσεις, ίσα με λίγη ανάσα
νιώθεις τον Θεό μέσα σου, δίπλα παντού.
Είναι η καλύτερη ώρα για να είσαι με σένα....
Η ζωή μας πονάει γιατί την θελήσαμε αλλιώτικη, αλλά τις περισσότερες φορές υποσυνείδητα, χωρίς να το έχουμε καταλάβει
Είναι αυτό το κάτι που μας κάθεται στο στομάχι, είναι αυτό το κάτι δε μας κάθεται καλά στο νου, είναι αυτό που μας σπάει τα νεύρα και δεν ξέρουμε τι είναι....
O μέσα εαυτός μας ξέρει τα πάντα για εμάς, μα εμείς δεν μπoρούμε να επικοινωνήσουμε,
Eίναι αυτό το "γνώθι σαυτόν" που δεν τόχουμε τελικά
Eίναι το μέσα μας,
Το εγώ μας που θέλει αυτό ή το άλλο, μα εμείς δεν του το δίνουμε,
ή.....
ή είναι αυτό που μας στέρησαν τα πρέπει στη ζωή μας
Αυτά τα πρέπει που όρισε η κοινωνία και οι άλλοι.
Είναι τα πρέπει που όρισαν την ύπαρξή μας, και έτσι μείναμε να δίνουμε νερό να πιούνε όλοι εκτός από εμάς.
θα σου πω κάτι...
Άναβα κερί γι αυτούς που έφυγαν.
Άναβα κερί για κάποιον που δεν ήτανε καλά.
Άναβα κερί για κάποιον που κάτι του πήγαινε στραβά.
Κερί όμως για μένα, δεν άναψα ποτέ!
Δεν πρέπει κάποτε να το κάνεις; ...ή να το κάνω;
Να ανάψω το κερί μου μπροστά στον Θεό, να του πω πως με αγαπάω.
Να ανέβει η προσευχή για μένα,
Να του πω πως θέλω να με αγκαλιάσει να με ζώσει με αγάπη που δεν είχα,
Να με τυλίξει με τη ζεστασιά του, που μέχρι τώρα μόνο έδινα, και έδινα στους άλλους.
Το σώμα μου γέμισε πληγές, και κόντεψα να πεθάνω, γιατί ποτέ δεν κοίταξα εμένα!
ΘΕΕ!
Πόσο λάθος ήτανε η ζωή μου!
Πόσοι ανεβήκανε στην πλάτη μου και τους κουβάλησα!
Πόσοι με πίκραναν, πόσοι με κούρασαν, πόσοι με πλήγωσαν, μα εγώ......
Πάντα εκεί.
Πάντα εκεί για τους άλλους και ποτέ για μένα!
Δεν με αγάπησα ποτέ!
Δεν αγάπησα την ψυχή μου, δεν αγάπησα εμένα.
Μα που καιρός να αγαπηθώ.
Που καιρός να μου προσφέρω μια ζεστή φέτα ψωμί, να την αλείψω με μαλακό βούτυρο,
να της βάλω μαρμελάδα, και να με γλυκάνω!
ΠΟΤΕ!
Και έτσι Πηνελόπη φάγαμε τα νιάτα μας, τη ζωή μας δίνοντας…. οι παντοτινοί της προσφοράς.
Οι παντοτινοί της υπερπροσφοράς και της υπερπροστατευτικότητας.
Και εμείς που ήμασταν σε όλο αυτό το ατελείωτο δώσε;
Πουθενά δεν ήμασταν.
Το κορμί και η ψυχή μας, χτυπάγανε την πόρτα μας, μα εμείς κουφοί.
-Δεν προλαβαίνω τώρα φύγε.
Κάποια άλλη φορά ίσως.
Κάποια άλλη στιγμή.
Τώρα έχω να δώσω.
Τώρα έχω να προστατέψω.
Πήγαινε.
Πήγαινε και κουβάλα κι εσύ εαυτέ.
Πήγαινε και κουβάλα κι εσύ ψυχή μου.
Εσείς δεν έχετε ανάγκη.
Εσείς δεν χρειάζεστε
Και έτσι η ψυχή μας βούρκωσε, έκατσε στη γωνιά με παράπονο και άρχισε να κλαίει,
και γέμισε δάκρυα, μα σε κάθε κάλεσμά της είχαμε δουλειές και άλλους να βολέψουμε.
Και τα δάκρυα της ψυχής γέμισαν τον τόπο και εσένα σου έγιναν καρκίνος,
και εμένα μου έγιναν η άσχημη δερματίτιδα που πέρασα και με έφερε μπροστά στο θάνατο!
Πόσες φορές από τους ασταμάτητους πόνους και τον ασταμάτητο κνησμό,
Πόσες μα πόσες φορές είπα να πέσω απ το μπαλκόνι να τελειώνω!
Δακρύζω τώρα που τα γράφω.....
Δακρύζω γιατί έμεινα μόνος χωρίς καν την ψυχή μου δίπλα μου!
Χωρίς καν τον εαυτό μου.
Χωρίς καν εμένα!
Και στο τέλος όλοι έμαθαν να τους δίνουμε.
Εμείς τους το κάναμε έτσι. όλοι περιμένανε να πάρουνε, χωρίς να μας δώσουνε,
γιατί έτσι το φτιάξαμε
Φτιάξαμε τον καρκίνο μας, φτιάξαμε τη δυστυχία μας!
Γιατί;
Γιατί δεν ξέραμε!
Γιατί δεν γνωρίζαμε ότι είμαστε σαν τους άλλους κι εμείς.
Γιατί μέσα μας υπήρχανε χιλιάδες θέλω και τα σκεπάζαμε.
Γιατί μέσα μας υπήρχε ζωή που ήθελε να ξεπεταχτεί να νιώσει, να χαρεί!
Γιατί ποτέ δεν γυρίσαμε τα μάτια μας μέσα μας να δούμε!
Και τώρα;
Kαι τώρα δεν μπορούμε ούτε την αγκαλιά να νιώσουμε, ούτε τη ζεστασιά,
γιατί δεν θέλαμε να μας δώσουνε.
Θέλαμε μόνο να δώσουμε.
Γιατί σκληρύναμε και γίναμε άκαμπτοι.
Η ψυχή μας αφήνει πια τα δάκρυά της, και αυτά στάζουνε γίνανε πληγή.
Αγαπήσαμε άλλους, δώσαμε, και δεν δώσαμε σε εμάς;
Μέγα έγκλημα!
Τώρα όμως στο αμήν, τώρα που φτάσαμε κοντά στον γκρεμό,
τώρα που μάθαμε από τα σκαμπίλια, τώρα είναι καιρός να γυρίσουμε, να σωθούμε!
Αν δεν το κάνουμε καήκαμε!
Aν δεν το κάνουμε θα έχουμε φτύσει την ψυχή μας, τον εαυτό μας!
Δεν μας αγκάλιασε κανείς πραγματικά, γιατί δεν το θελήσαμε!
Γι αυτό πληγωθήκαμε αφόρητα.
Μείναμε χωρίς χάδι, μείναμε χωρίς χέρι να μας ακουμπήσει, να μας ζεστάνει.
Ήρθε η ώρα να κοιτάξουμε ψηλά για εμάς.
Ήρθε η ώρα να ανάψουμε το δικό μας κερί.
Ήρθε η ώρα να ζητήσουμε να αγαπηθούμε!
Ήρθε η ώρα να ρίξουμε τον άκαμπτο εγωισμό μας.
Ήρθε η ώρα να μαλακώσουμε, να νιώσουμε πως δεν γίναμε ακόμη Θεοί, πως δεν είμαστε έτοιμοι, πως θέλουμε ζεστασιά να προχωρήσουμε!
Ήρθε η ώρα να φωνάξουμε - Θεέ μου!
Είμαι μόνος αγάπησέ με!
Αγκάλιασέ με Θεέ μου!
Θεέ μου λυπήσουμε πεθαίνω!
Θεέ μου πάρε το χέρι μου ζέστανέ το!
Ζέστανε το χέρι που μόνο έδινε και δεν πήρε ποτέ!
Πόσο εγωιστής υπήρξα!
Μα ποιος ήμουνα που νόμισα ότι έχω τόση δύναμη;
Πληγώθηκα και δεν είδα τις πληγές μου γιατί δεν προλάβαινα.
Δεν προλάβαινα, ο μικρός εγωιστής που μόνο έδινα, έδινα ασταμάτητα!
Έλα Θεέ μου και τύλιξέ με!
Έλα παντοτινή αγάπη που σε αρνιόμουνα τόσο καιρό !
Δεν είμαι Θεός, δεν είμαι παντοδύναμος, δεν είμαι ακούραστος
Πόσο μα πόσο κακό με έκανα!
Αλλά ξέρω πως ποτέ δεν είναι αργά!
Ξέρω πως είσαι εκεί, και περιμένεις να σου απλώσω το χέρι, να έρθω κοντά σου να με αγκαλιάσεις, να μου πάρεις τον πόνο, να μου σκουπίσεις τα δάκρυα !
να μου πεις έλα παιδί μου!
Ξέρω ότι είσαι πάντα εκεί για μένα!
Ξέρω ότι εγώ έφυγα από τη ζεστασιά σου να φτιάξω τον δικό μου ήλιο που θα ζεσταίνει άλλους!
Πόσο μα πόσο εγωισμός!
Ήρθε η ώρα να σε κοιτάξω κατάματα και να πω:
-Ναι έκανα λάθη
-Ναι δεν με αγάπησα, μα θα το κάνω τώρα.
-Ναι με τύλιξε ο εγωισμός και έφυγα από σένα από τη ζεστασιά σου.
-Ναι αλλά τώρα ξέρω!
Τώρα ξέρω τι πρέπει να κάνω !
Τώρα ξέρω και αφήνομαι στα χέρια σου!

4:39=16=7