Δευτέρα, 18 Δεκεμβρίου 2017

Χειμερία νάρκη


Σαν την ανέμη που τις εποχές ανοίγει, αδράχτι ο χρόνος αιωνίως τις τυλίγει.

Οι πεταλούδες περιμένουνε στην στάχτη, τον ερχομό του έφηβου του Μάρτη.

Κάποιος γυμνός με νότες ανασαίνει, καθώς τυλίχτηκε της μοναξιάς τη χλαίνη.

Δήμιοι ουρλιάζουν οι αέρηδες στη στέγη, σκορπά ο καπνός κι’  οπτασία φεύγει.
   
Φέγγει στο τζάκι θαλπωρή του χθες, αγιογραφώντας των αγγέλλων τις μορφές.

Τι προστασία, πόσο τρυφερά αγγίζει, τούτη η εικόνα, που στη μνήμη τριγυρίζει,

μαύρο βελούδο την ανάμνησή μας ντύνει, γεύση γλυκιά ερωτικού φιλιού αφήνει.

Τώρα, πώς έγινε και ξαφνικά μεταμορφώνει, η σπίθα που ποτέ της δεν παγώνει

αυτό το θαυμαστό τριμμένο ρούχο, κάθε χειμώνας κι ένα μπάλωμα του πού χω,


κι έγινε ένα με την σάρκα μου η ευχή του, μελέτησε την χειμωνιά μου η ψυχή του


κανείς δεν ξέρει τα κουρέλια και τα ράκη, πότε θα βγουν από την χειμερία νάρκη.

ΟΥ ΤΙ ΔΑΝΟΣ
12/12/2017=16=7