Τρίτη 22 Απριλίου 2014

Η πεταλούδα του Ιονίου

Τώρα που κατακάθισε ο κουρνιαχτός από την μάχη…
Τώρα που όλα κρίθηκαν, όπως οι μοίρες τα όρισαν…
Τώρα μπορώ να ερμηνεύσω τα σημεία και να σου μιλήσω μέσα από μένα για σένα και μέσα από σένα για μένα.
Δεν υπάρχει κάτι σκοτεινό, δεν υπάρχει τίποτα που να μην λύθηκε μέσα στο είναι μου και τίποτα που να μην ανακάλυψα μέσα σε σένα.
Το Απολλώνιο φώς της Μάνης, που λάτρεψες, ο φωτεινός Ταΰγετος, ο ίδιος ο Απόλλωνας που γύρευες για λύτρωση…σε τύλιξε γλυκά με τα πέπλα του, ο χρόνος τελείωσε, και μαζί του τελείωσε και η αγωνία, για την ποιότητα της εφήμερης μας ζωής.
Αλλά και η Παναγία η Γιάτρισσα σε γιάτρεψε όπως της το ζήτησες.
Στο περιβόλι της δεν υπάρχει πόνος, προσμονή, άγχος, μόνο χιλιάδες πεταλούδες.
Γλυκεία μου πεταλούδα, έγινες έτσι απλά, και θαρρετά, η πεταλούδα του Ιονίου.
Έκλαιγα ο ανόητος όταν μού έλεγες «εγώ η πεταλούδα του Ιονίου, πώς μπορώ να είμαι κάτι διαφορετικό».
Γατούλα μου, που επειδή νιαούριζες ναζιάρικα, δεν κατάλαβα ποτέ πώς είχα δίπλα μου μια  λιονταρίνα.
Ψυχούλα μου πόσο λίγος είμαι μπροστά στην γενναιότητα σου.
«Νάσαι περήφανος για μένα, με έφτιαξες, μια γενναία Μανιατόνυφη»
Όχι μόνο περήφανος αλλά και δυνατός, ήσουν για μένα αγάπη, και τώρα είσαι λατρεία και ιδανικό.
Βουρκώνουν όμως ακόμα τα μάτια μου, που δεν θα συναντούν τα δικά σου…
Αλλά τι λέω, θα τα βλέπω στο γαλάζιο του ουρανού, και του Λακωνικού κόλπου.
Φταίω αλλά δεν μετανιώνω, που σου είπα  «Σκίστονε», και εσύ το κάνες κατά γράμμα.
Δεν το κατάλαβα ψυχή μου, εννοούσα να τον ξεριζώσεις, και όχι να πολεμήσεις με το «τέρας».
Ας είναι δεν υπήρχε περίπτωση να μην τελειώσεις ότι αποφάσισες.
Πόσο ανόητος και εγωιστής που έβλεπα μια «γατούλα» και δεν έβλεπα το «λιοντάρι» εδώ και είκοσι πέντε χρόνια,
Θα σε ζηλέψει ο Διγενής, που πολέμησε τον χάροντα στα μαρμαρένια αλώνια.
Θα ζηλέψει και ο Λιαντίνης που συνάντησε τον χάροντα, για να του στερήσει την πρωτοβουλία..
Εσύ λεβέντισσα μου πρωτοτύπησες και σε αυτό, συμμάχησες με τον χάροντα για να πολεμήσεις το σκοτάδι, για να λυτρώσεις την ζωή, και να φέρεις κάθαρση σε όλα τα μιάσματα.
Σε μάγεψε εκείνο το φώς της Μάνης, εκείνο που με θαυμασμό μούλεγες και μου ξανάλεγες, εκείνο ντύθηκες αιώνια.
Τρυφερή μου μανούλα, στη σκάλα που διάλεξες, για να ανέβεις θα συναντήσεις την φυσική μου μάνα, που θα σε αγκαλιάσει με αγάπη, να γλυκάνει την ψυχούλα σου όπως ήθελες, κάτω από γλυκιά ματιά, της Παναγίας της Βαραμπέσας.
Ζηλεύω…νάνος μπροστά στο μεγαλείο σου με δίδαξες τα πάντα σε τόσο λίγο χρόνο…
Τώρα βλέπω καθαρά την ζωή, τον άνθρωπο το θεό το σύμπαν το ορατό και το αόρατο.
Η θεωρητική μου για τα πάντα έγινε πρακτική έγινε ουσία…
Χιλιάδες αυτά που νοιώθω και δεν μπορώ να εκφράσω…
Η μόνη μου έκφραση  αγαπημένη μου, η βαθειά ατέλειωτη μου αγάπη για σένα..
Μωρό μου η αγάπη σου με βοηθά κάθε στιγμή, το νοιώθω πώς είσαι δίπλα μου, νοιώθω πώς με κατευθύνεις, αντιλαμβάνομαι την προστασία σου.
Με συντροφεύουν, πορτοκαλοκίτρινες πεταλούδες σε κάθε μου βήμα.
Από και πέρα όλες οι εποχές θα γίνουν άνοιξη, «γλυκύ μου έαρ».
Δεν είμαι γενναίος, όπως εσύ αλλά είμαι δυνατός…
Μου λείπεις, και όμως είσαι στο πλευρό μου στο κάθε μου βήμα, και μου το δηλώνεις την κάθε στιγμή, πάνω μου, γύρω μου, στό σπίτι, στην δουλειά, σε όλη την Ελλάδα....παντού και πάντα.
Υπέροχη  μανούλα σε βλέπω και σε αγγίζω μέσα από την γέννα σου, ζεις μέσα στο βλαστάρι σου, το ψυχωμένο παληκάρι, που στάθηκε, στέκεται και θα σταθεί, έτσι όπως αξίζει να στέκονται γιοι που τού έτυχαν τόσο μεγάλες Μάνες.
Γλυκεία μου πιστός στην θέληση σου, σε αποθέτω στην αγκαλιά του Ταΰγετου, και είμαι ήσυχος.
Τα ιερά χώματα, το εκτυφλωτικό φώς και οι λατρεμένοι πρόγονοι, θα κάνουν ότι αρμόζει.
Και όταν σε αφήνει ο Πλούτωνας, να κατηφορίζεις, από τον Αχέροντα στο Γλυκύ, και μετά, γραμμή για Γιάννενα.
Παμβώτιδα, μόλος, νησί, παλιά πόλη, Μέτσοβο, και όλα τα Ζαγοροχώρια, γραμμή απνευστί πετώντας με τα αετόπουλα, όπως μόνο εσύ ξέρεις…
Να δροσίζεσαι στα γάργαρα νερά του Bοϊδομάτη…και όταν γέρνει ο ήλιος πάλι στα λατρεμένα σου Γιάννενα…που με πονάνε τόσο.
Να σταματάς στης Πάργας τον ανήφορο και να ρεμβάζεις από το κάστρο, φυλακίζοντας τις στιγμές, και τις εικόνες.
Α…μην ξεχάσεις το Συρράκο, που δεν τόλμησες να επισκεφτείς..
Τώρα αλήθεια…μάλλον πλάκα ήταν πώς φοβόσουν τους γκρεμούς...τί τραγικό!
Έγινες στ’ αλήθεια Πεταλούδα του Ιονίου που λάτρεψες, και θα ταξιδεύεις ασταμάτητα, από την Κέρκυρα, που σε περιμένε, μέχρι την Πύλο, με τα δελφίνια του Αρίωνα.
Αρχόντισσα μου πόσο μου άρεσε που ήμουν ο αλήτης σου..
Καλά μην θυμώνεις… ήμουν ο άγγελός σου, και εσύ το αστέρι μου.
Δεν σου χάλασα ποτέ χατίρι…και ήξερες πως είχες υπασπιστή που…αλλοίμονο δεν κατάλαβε την αντάρα της μάχης και το πολεμικό σχέδιο.
Τα μαρμαρένια αλώνια ήταν για σένα, τα πέτρινα «αλωνάκια» της Αρεόπολης
Και οδηγός σου το δακρυσμένο ηλιοβασίλεμα στο Λιμένι, αγναντεύοντας την Κορώνη…κορώνα μου.
Κάθε γωνιά της Ελλάδας, θα σε αγκαλιάζει και εγώ θα σε σεργιανάω…παθιασμένη μου Ελληνίδα..
Στο Πήλιο, στην Μακρυνίτσα παρέα με την «δασκάλα με τα ξανθά μαλλιά» που τόσο σου έμοιαζε.
Εκεί που αποθέσαμε τον μέλητα…και αρχίσαμε τα όνειρα και την δημιουργία.
Και απέναντι στην γραφική Σκόπελο, στην Θεσσαλονίκη, τις Πρέσπες, την Καστοριά και σε όλες τις γωνίτσες της γλυκείας πατρίδας, που έγραφες το όνομά σου στις πέτρες και στα δέντρα..
Ευαίσθητη μου μαργαρίτα, το αμάραντο στεφάνι της πρωτομαγιάς, θα στολίζει την πόρτα μας.
Ελεύθερη και ανέμελη μου  νεράιδοπεταλούδα  πέτα στους πανσέδες και τις πετούνιες του λουλουδιασμένου σου κήπου.
Ξανθά μου μαλλιά, ουράνια μάτια, ποθητό κορμί , εσύ ήσουν η μούσα μου, οδηγούσες το πινέλο μου στο μουσαμά, κρατούσες την πένα μου, κυριαρχούσες στο πληκτρολόγιο μου.
Έτσι όπως αρχίσαμε θα τελειώσουμε είπες, με μια περιοδεία στην Πελοπόννησο.
Παραπονιέμαι…μη  μου κρατάς κακία…δεν χόρτασα…ήθελα κι άλλο.
Θα θυμάμαι τις στιγμές και θα γίνονται αιώνες…
Την ανυπομονησία σου, μέχρι να φτάσει ο Αύγουστος να πραγματώσει τα όνειρα σου…
Τα όνειρα που έστηνες τα χειμωνιάτικα βράδια δίπλα στο τζάκι, ξεφυλλίζοντας, βιβλία διακοπών..
Τα όνειρα που βίωνες βλέποντας τις αγαπημένες σου Ελληνικές ταινίες…πάντα τις ίδιες.
Τα παιδιάστικα σου χοροπηδητά όταν σου ορκιζόμουν ότι θα πραγματοποιηθούν τα όνειρά ο κόσμος να χαλάσει…να όμως που βγήκα ψεύτης…
Θα σε φορέσω όμως…στο στήθος, στο μακό μπλουζάκι, και θα γυρνάμε μαζί, και πάλι όπως παλιά.
Σου γράφω μέρες και δεν θέλω να τελειώσω…
Παρεούλα μου, λατρεμένη μου  γυναίκα, αυτά είναι ελάχιστα που ξεχώρισα…
Τα λόγια, και τα γραπτά δεν μπορούν να εκφράσουν τα συναισθήματα και τις σκέψεις.
Και τα δάκρυα των αναμνήσεων δεν μπορεί να τα διαβάσει κανείς μόνο οι δυό μας.
Γουτσάκι μουπέτα ελεύθερη και όμορφη πεταλούδα, εκεί που αγαπάς…
Μα να θυμάσαι να έρχεσαι που και πού στα όνειρά μου, να βλέπω την ομορφιά, της όψης και την μεγαλοσύνη της ψυχής.
«Αυτή η θάλασσα…...ααχ» αυτή η Γυθειότικη θάλασσα…..
η στερνή σου εικόνα.
Θα τα ξαναπούμε…
Γούτς

20/6/2011=12=3

Εφτού ζυγιάζονται αετοί

Και να, ευωδιαστός  αέρινος χείμαρρος, ξεχύνονται οι Νεράιδες από το Σταυροδρόμι, που βρίσκονται τα ανοιξιάτικα βράδια, για να στήσουν χορό στα αμπέλια, και με τις ευλογίες του Βάκχου να τρυγήσουν το φθινόπωρο, τους ζουμερούς καρπούς, που θα μετουσιωθούν σε ευλογημένο κρασί.
Τότε θα ζωντανέψουν τα πατητήρια, από τα χοροπηδήματα των Σατύρων, στον ξέφρενο ρυθμό του τραγουδιού των Μαινάδων, με την συνοδεία του μαγικού αυλού του Ορειάρχη Πάνα, τα κουδούνια των γιδιών, από την κορυφή στο Κοτρωνάκι και τα βελάσματα των προβάτων από τα Σπηλιακάκια.
Κατρακυλούν οι Νύμφες, στην Όρειαχα, χαϊδεύοντας τις νερομάνες στη Λίμπα, τον Χαζανά και τα ρυάκια, που ξεθαρρεύουν και μετατρέπονται σε νάματα.
Τα νερά ερωτεύονται το χώμα, που βγάζει θεϊκές ουσίες και ανασταίνει τους σπόρους στα περιβόλια, ενώ πλημμυρίζουν με καρπούς οι  Ώρες, την δοξολογία του περιβολάρη.
Καυχιέται ο Ηρακλής, που έπιασε τόπο το ταξίδι του στις μακρινές Εσπερίδες, και βρήκαν κατάλληλη αγκαλιά τα πορτοκάλια στις Αμμουδάρες, ενώ σα να ντρέπεται η Εύα, επειδή τα μήλα ξεπέρασαν την ρετσινιά, με συντροφιά τα καρύδια στους Απεράτες τα κάστανα στις Λάκες, και τα μύγδαλα στις Μάντρες της παλιάς Καρυόπολης.
Αγαλλιάζει η μάννα Δήμητρα, που ακούει τα ρόδινα γέλια της Περσεφόνης, καθώς τυλίγεται με μυρωδάτα αγριολούλουδα, χορεύοντας μέσα στα στάρια στις Λούρες.
Ημερεύει, με το φως, και ονειρεύεται την Κόρμπα την φοράδα, να γυρνά γύρω-γύρω σταΑλώνια, σαν τον Διγενή, στην αιώνια μάχη με το σκοτάδι, που το λιχνίζει ο πουνέντες.
Ο ίδιος αέρας θα φουσκώσει τα πανιά του ανεμόμυλου, και οι οξύθυμες μυλόπετρες γρυλίζοντας ηδονικά, μέσα από χιλιάδες εκρήξεις θα γεμίσουν, με γόνιμη γύρη τη ζωή.
Συνεχίζει να κτυπά με το δόρυ, που η αιχμή του φτάνει στα έγκατα του Λαβύρινθου, τους βράχους, η σοφή θεά της Αθήνας, στις Πλαγιαδάρες και τα Δημητρούλια, που χωρίς δισταγμό γεμίζουν ασημόφυλλες ελιές.
Καρποφόρος και ζωοδότης στρατός, που κάπου κατηφορίζει, αλλού ανηφορίζει, όμως πάντα βρίσκεται σε εγρήγορση οχυρωμένος στους Πύργους, που κατεβαίνουν από τον αιώνιο Λόγο στον Ουρανό.
Με τις Μούσες να δίνουν το σύνθημα, όταν έλθει η εποχή της Γέννησης, ξεκλειδώνονται τα Λιοτρίβια,και προσφέρουν, τον καπνό θυμίαμα, από τους βωμούς των καμινάδων, στην ετήσια θυσία-εορτή, που ανακυκλώνεται στα Γυρίσματα του χρόνου.

Δευτέρα 21 Απριλίου 2014

Αναλαμπές Ωρίωνος

Αγριεύω και αγριεύομαι, την κούφια ώρα που θρηνεί, και βλαστημάει
Ακροβατώ σ’ έναν καθρέφτη, που μισεί τα είδωλα, γι αυτό και σπάει.

Βασανίζω και βασανίζομαι, σε τοίχους που ποθούν ζωή να γίνουν
Βάρβαρα χρώματα πλαστά, σκόρπιες εικόνες δικαστές, με κρίνουν.

Γκρεμίζω και γκρεμίζομαι, στο παρελθόν σας χάνομαι χωρίς ρυθμό
Γυρεύω στα ερείπια μάταια, δεν βρίσκω διεύθυνση, δεν έχω αριθμό.

Δαμάζω και δαμάζομαι, άνισα σε στημένους καλπασμούς στοιχηματίζω
Δράκοι τα όνειρα φωτιά, βάφουν το νου, σκοτώνουν την ζωή με γκρίζο.

Εγείρω και εγείρομαι με σεβασμό, μπροστά στο θείο, το δικό μου ένα
Ελευθέρα πετά και κόβεται, φάγετε πάντες μένει ατόφιο και σε μένα.

Ζυγίζω και ζυγίζομαι, σε λέξεις σύνθετες, μισό τους ψέμα το καλό
Ζαλάδες  άγευστες, με τρύπια ηθική, άκομψα στροβιλίζουν το μυαλό.

Ηδονίζω και ηδονίζομαι, χωρίς του μέτρου τα φτιασιδωμένα  πρέπει
Ημερωμένα μου θηρία, πάθη μου υλικά, γεμίζει  μελωδίες η Ευτέρπη.

Θυσιάζω και θυσιάζομαι, τα κύτταρα μου μάταια γυρεύουν λυτρωμό
Πεθαίνουν τα παιδιά μου, η λήθη σήκωσε μαύρα πανιά στον γυρισμό.

Ιδρύω και ιδρύομαι, σε αποικίες μελισσών, σε δρόμους μικροβίων
Ιστιοφόρα ναύλωσα,  σε δόγματα  ωκεανούς, ισχνές μορφές αγίων.

Καρφώνω και καρφώνομαι, καταραμένα τα καρφιά, σε ξύλο τίμιο
Κρατώντας τις παλάμες ανοιχτές,  έλεος δίνω στον κάθε  δήμιο.

Λαξεύω, και λαξεύομαι, σπάνε οι βράχοι με τη φλόγα της ρομφαίας
Λεχώνα η πέτρα μου γεννάει αγάλματα, που δίνει όψεις ο Μορφέας.

Μοιράζω και μοιράζομαι, όπως ο κλέφτης στον αέρα ταξιδεύει
Μητέρα αγκαλιάς, και μάνα της τροφής, λίγη αγάπη με παιδεύει.

Νυμφεύω και νυμφεύομαι, μωρές παρθένες δένουν τον πλανήτη
Νεράιδες της φωτιάς ανάβουνε, βραδύκαυστα φιτίλια δυναμίτη.    

Ξορκίζω και ξορκίζομαι, ότι γεννιέται από λάθος μ ένα βλέμμα
Ξέβαψε ο μαβής χιτώνας μου, και φαίνεται στο χρώμα του το αίμα.   

Οργώνω και οργώνομαι, στα μολυσμένα της Λερναίας Ύδρας έλη
Ονειροβάτης, στόχος ανοιχτός, με Ηράκλεια δομή στα κρύα βέλη.

Παράγω και παράγομαι, σπέρνω θεσμούς διοίκησης, θερίζω εξουσία
Παράπονα τα οράματα του νου, για τους πολλούς δεν έχουν σημασία.

Ραντίζω και ραντίζομαι, στα νάματα του Ιορδάνη και της Κασταλίας
Ρομαντικά γυρεύω στο στερέωμα, διάφανο κόκκο στείρας παραλίας.

Στολίζω και στολίζομαι, τις νύχτες που το φως δειλό κιοτεύει 
Τότε που το φεγγάρι προδομένο,  συλλαβιστά τον ήλιο ικετεύει.

Τεντώνω και τεντώνομαι, σε πέτσινες χορδές βουβής κιθάρας
Τόξο και βέλος συγχορδία λα, συνθέτουν το κυνήγι της δεκάρας.

Υπηρετώ και υπηρετούμαι, λεύτερος, σ’ άγριους χρόνους χαλεπούς
Υποτελείς υποκριτές ας κρίνουνε, με φοβισμένο βλέμμα αλεπούς

Φωτίζω και φωτίζομαι, στο άνοιγμα της μέρας που αργά αλλάζει
Τις ρίζες του χώνει βαθειά το φώς, σκάβει την Γή το χώμα σφάζει. 

Χωρίζω και χωρίζομαι σε δύο κομμάτια, μία ψυχή και ένα το σώμα
Χαρίζει μπλε ο ουρανός στη θάλασσα πρωί, ο ήλιος βιολετί το γιόμα.  

Ψυχώνω και ψυχώνομαι, μέσα στις νύχτες που μου κλέβουν τη ζωή
Ψυχρά τα βογγητά και η ανάσα μου, όσο κρατώ την φλόγα ζωντανή .

Ωραιοποιώ και ωραιοποιούμαι, για να’ χει το ταξίδι αίσθηση θεατρική
Ώριμο στην αρχή γεμάτο χρώμα. Ωχρή στο τέλος μια αυλαία νεκρική.

Στιγματίζω και στιγματίζομαι, σε ένα κενό, σε ένα φώς φυλακισμένο
Στιγμές του χρόνου στάχυα άκοπα, κι αφήνουν το χωράφι θερισμένο.
 
Κολάζω και κολάζομαι, μνήμη  ζωή και θύελλα μαζί, φλασκί του Αιόλου
Καράβι φάντασμα το όνειρο, με μπάρκο εικόνες εφιάλτες του διαβόλου.

Διγαμικό μονόγραμμα, ο έρωτας λευκός χρυσός της αύρας δαχτυλίδι  
Δυό γέννες σε μια φύση ο άνθρωπος, δίπλα ο θεός, ορίζουν το ταξίδι.

ΟΥ ΤΙ ΔΑΝΟΣ
21/4/2014=14=5 

Παρασκευή 18 Απριλίου 2014

Ευ-χή, ο καλός θεός.

Αν είναι οι ευχές χρυσός, στον ήλιο θα γυαλίζουν
Γιατί δεν λάμπει μάλαμα, όταν δεν το φωτίζουν.

Αν ήταν λούλουδα της Γής, με άρωμα και χρώμα
Θάθελαν μια σταξιά νερό, και μια χούφτα χώμα

Αν είναι συναισθήματα, σε μια ζεστή  φωλίτσα
Πετούν μόνες και χάνονται όπως μια πασχαλίτσα

Είναι αστέρια οι ευχές, και χωρίς ήλιο πιάνουν
Δεν θέλουν χώμα και νερό, φροντίδα δεν γυρεύουν
Είναι λουλούδια της ψυχής, που μένουν να γλυκάνουν
Όσα κακά και δύσκολα, άλλες ψυχές παιδεύουν.

ΟΥ ΤΙ ΔΑΝΟΣ
18/4/2014=20=2