Δευτέρα, 21 Απριλίου 2014

Αναλαμπές Ωρίωνος

Αγριεύω και αγριεύομαι, την κούφια ώρα που θρηνεί, και βλαστημάει
Ακροβατώ σ’ έναν καθρέφτη, που μισεί τα είδωλα, γι αυτό και σπάει.

Βασανίζω και βασανίζομαι, σε τοίχους που ποθούν ζωή να γίνουν
Βάρβαρα χρώματα πλαστά, σκόρπιες εικόνες δικαστές, με κρίνουν.

Γκρεμίζω και γκρεμίζομαι, στο παρελθόν σας χάνομαι χωρίς ρυθμό
Γυρεύω στα ερείπια μάταια, δεν βρίσκω διεύθυνση, δεν έχω αριθμό.

Δαμάζω και δαμάζομαι, άνισα σε στημένους καλπασμούς στοιχηματίζω
Δράκοι τα όνειρα φωτιά, βάφουν το νου, σκοτώνουν την ζωή με γκρίζο.

Εγείρω και εγείρομαι με σεβασμό, μπροστά στο θείο, το δικό μου ένα
Ελευθέρα πετά και κόβεται, φάγετε πάντες μένει ατόφιο και σε μένα.

Ζυγίζω και ζυγίζομαι, σε λέξεις σύνθετες, μισό τους ψέμα το καλό
Ζαλάδες  άγευστες, με τρύπια ηθική, άκομψα στροβιλίζουν το μυαλό.

Ηδονίζω και ηδονίζομαι, χωρίς του μέτρου τα φτιασιδωμένα  πρέπει
Ημερωμένα μου θηρία, πάθη μου υλικά, γεμίζει  μελωδίες η Ευτέρπη.

Θυσιάζω και θυσιάζομαι, τα κύτταρα μου μάταια γυρεύουν λυτρωμό
Πεθαίνουν τα παιδιά μου, η λήθη σήκωσε μαύρα πανιά στον γυρισμό.

Ιδρύω και ιδρύομαι, σε αποικίες μελισσών, σε δρόμους μικροβίων
Ιστιοφόρα ναύλωσα,  σε δόγματα  ωκεανούς, ισχνές μορφές αγίων.

Καρφώνω και καρφώνομαι, καταραμένα τα καρφιά, σε ξύλο τίμιο
Κρατώντας τις παλάμες ανοιχτές,  έλεος δίνω στον κάθε  δήμιο.

Λαξεύω, και λαξεύομαι, σπάνε οι βράχοι με τη φλόγα της ρομφαίας
Λεχώνα η πέτρα μου γεννάει αγάλματα, που δίνει όψεις ο Μορφέας.

Μοιράζω και μοιράζομαι, όπως ο κλέφτης στον αέρα ταξιδεύει
Μητέρα αγκαλιάς, και μάνα της τροφής, λίγη αγάπη με παιδεύει.

Νυμφεύω και νυμφεύομαι, μωρές παρθένες δένουν τον πλανήτη
Νεράιδες της φωτιάς ανάβουνε, βραδύκαυστα φιτίλια δυναμίτη.    

Ξορκίζω και ξορκίζομαι, ότι γεννιέται από λάθος μ ένα βλέμμα
Ξέβαψε ο μαβής χιτώνας μου, και φαίνεται στο χρώμα του το αίμα.   

Οργώνω και οργώνομαι, στα μολυσμένα της Λερναίας Ύδρας έλη
Ονειροβάτης, στόχος ανοιχτός, με Ηράκλεια δομή στα κρύα βέλη.

Παράγω και παράγομαι, σπέρνω θεσμούς διοίκησης, θερίζω εξουσία
Παράπονα τα οράματα του νου, για τους πολλούς δεν έχουν σημασία.

Ραντίζω και ραντίζομαι, στα νάματα του Ιορδάνη και της Κασταλίας
Ρομαντικά γυρεύω στο στερέωμα, διάφανο κόκκο στείρας παραλίας.

Στολίζω και στολίζομαι, τις νύχτες που το φως δειλό κιοτεύει 
Τότε που το φεγγάρι προδομένο,  συλλαβιστά τον ήλιο ικετεύει.

Τεντώνω και τεντώνομαι, σε πέτσινες χορδές βουβής κιθάρας
Τόξο και βέλος συγχορδία λα, συνθέτουν το κυνήγι της δεκάρας.

Υπηρετώ και υπηρετούμαι, λεύτερος, σ’ άγριους χρόνους χαλεπούς
Υποτελείς υποκριτές ας κρίνουνε, με φοβισμένο βλέμμα αλεπούς

Φωτίζω και φωτίζομαι, στο άνοιγμα της μέρας που αργά αλλάζει
Τις ρίζες του χώνει βαθειά το φώς, σκάβει την Γή το χώμα σφάζει. 

Χωρίζω και χωρίζομαι σε δύο κομμάτια, μία ψυχή και ένα το σώμα
Χαρίζει μπλε ο ουρανός στη θάλασσα πρωί, ο ήλιος βιολετί το γιόμα.  

Ψυχώνω και ψυχώνομαι, μέσα στις νύχτες που μου κλέβουν τη ζωή
Ψυχρά τα βογγητά και η ανάσα μου, όσο κρατώ την φλόγα ζωντανή .

Ωραιοποιώ και ωραιοποιούμαι, για να’ χει το ταξίδι αίσθηση θεατρική
Ώριμο στην αρχή γεμάτο χρώμα. Ωχρή στο τέλος μια αυλαία νεκρική.

Στιγματίζω και στιγματίζομαι, σε ένα κενό, σε ένα φώς φυλακισμένο
Στιγμές του χρόνου στάχυα άκοπα, κι αφήνουν το χωράφι θερισμένο.
 
Κοπάζω και κολάζομαι, μνήμη  ζωή και θύελλα μαζί, φλασκί του Αιόλου
Καράβι φάντασμα το όνειρο, με μπάρκο εικόνες εφιάλτες του διαβόλου.

Διγαμικό μονόγραμμα, ο έρωτας λευκός χρυσός της αύρας δαχτυλίδι  
Δυό γέννες σε μια φύση ο άνθρωπος, δίπλα ο θεός, ορίζουν το ταξίδι.

ΟΥ ΤΙ ΔΑΝΟΣ
21/4/2014=14=5