Δευτέρα, 29 Απριλίου 2013

Ο δωδέκατος αμέθυστος.

Αφουγκράστηκα τους ήχους μιας ψυχής, μιας αθάνατης ψυχής πεθαμένης όμως.
Απόλυτη σιωπή, ούτε η θάλασσα γουργούριζε, θρονιασμένη καθώς ήταν εκεί στης προσμονής την ικεσία.
Μόνο τα δάκρυα καθώς κυλούσαν έσκουζαν σπαρακτικά, και μόνο εγώ τα έβλεπα.
Ούρλιαζε το βιβλικό θηρίο Λεβιάθαν, μου κύκλωνε την ψυχή, παντού σιωπή.
Άπλωσα το χέρι  μου, δεν τα σκούπισα όμως, τα άφησα να κυλάνε ουρλιάζοντας.
Ξεχώριζα ήχους, φθόγγους, λέξεις, προτάσεις,  προσμονές,  επιθυμίες.
Το «λάλον» δάκρυ, χείμαρρος που μιλούσε μέσα από την σιωπή, και μετά χάνονταν στην θάλασσα. Γέμισε η θάλασσα δάκρυα και έγινε αλμυρότερη.
Δεν το σκούπισα, είναι η αγάπη δυνατή, στα μονοπάτια που διαβαίνουν οι ψυχές μας.
Δεν τα σκούπισα, είναι ο έρωτας θεός στα ακρογιάλια, που του Ήλιου τα γυρίσματα φλερτάρει.
Δεν τα σκούπισα, είναι ο θάνατος, σκοπός στις λεωφόρους της ζωής μας.
Γυρεύω μια μετωπική, αν γίνεται χωρίς τον κρότο.
Δεν θέλω θόρυβο με τζάμια κρύσταλλα και λαμαρίνες.
Εκεί στο αντίθετο, να δω τα μάτια του θηρίου, να μετρηθούμε ίσια, χωρίς θορύβους.
Στο αντίθετο, το φως να με τυφλώνει, το νήμα που με δένει με τον άλλο, να γίνει αγωγός και να μου φέρει, την αγωνία και την διάθεση του να γλυτώσει.
Δεν τα σκούπισα, συνέχισα να τα διαβάζω, να ακούω ήχους της σιωπής τους.
Χθες έκλαιγες εσύ, και μίλαγες χωρίς μιλιά, τα άκουγα εγώ και μου άρεσε, τα λόγια της σιωπής σου να χαϊδεύω.
Σήμερα έκλαιγα εγώ, όχι αναμνήσεις ούτε του μυαλού παιχνίδια.
Ήρθε η σειρά μου, για να κλάψω, τα δάκρυα κύλισαν στην θάλασσα και έγιναν βάλσαμο, για να γιατρέψουν της ψυχής σου τις πληγές, και τις ψυχής μου να διορθώσουν ότι άχρηστο υπάρχει.
Είδα τα δάκρυα σου άκουσα τον ήχο τους, γιατί ήταν για σένα.
Δεν είδες τα δικά μου, δεν άκουσες τα λόγια τους γιατί ήταν για μένα.
Δεν σκούπισα τα δάκρυα, γιατί το ξέρω, πως θα στερέψουν μόνα τους σαν κλείσουν το σκοπό τους.
Με έτρεξε η μοίρα με έναν Άγγελο να με οδηγεί, εκεί που ο χρόνος παύει να υπάρχει.
Μαζί θα κλαίμε, το χθες και το αύριο του κόσμου δεν υπάρχει.
Όσοι τους ήχους της σιωπής ακούμε, νικήσαμε τον χρόνο.
Το ανώτερο το φτάσαμε, το αγγίξαμε, για άλλους ανύπαρκτο, ούτε και λέξη δεν υπάρχει να γραφτεί για αυτό. Τόσο μεγάλο είναι.
Περνάει της αγάπης τα μονοπάτια, στου έρωτα τα ακρογιάλια που τα φλερτάρει ο Ήλιος.
Περνάει ακόμα και του θανάτου τις λεωφόρους, καθώς γυρεύει την μετωπική.
Τώρα το ζούμε και το ξέρουμε, και θα το φτάσουμε στο τέλος.
Θα το τολμήσω όνομα να δώσω υπαρκτό μεγάλο, το πρώτιστο για όσα υπάρχουν και για όσα δεν.
Το λένε ΧΑΟΣ, και είναι η γλώσσα και η ουσία του Θεού, είναι το Παν και το Όλον.
Γι αυτό τα δάκρυα δεν τα σκούπισα, ήθελα να κυλήσουν να χαθούν στο σύμπαν, να δω αν θα γυρίσουν από τα μάτια μου να τρέξουν. Και έγινε.
Γι αυτό δεν ζέστανα το παγωμένο χέρι, ήθελα να μείνει ακίνητο νεκρό, να δω τη δύναμη που έχει ο θάνατος.
Γι αυτό δεν ανατρίχιασα, σε ότι μας καλεί κάποιες φορές το σώμα, να δω μπορεί ο έρωτας να προσπεράσει.
Πάντα θα ψάχνω το μετά, βρήκα την δύναμη του χάους.
Όλα σε εκείνο αναφέρονται.
Ακούω σιωπές, και νοιώθω αύρες, γεύομαι λέξεις, αγγίζω μάτια, μυρίζω χρώματα.
Δεν με χωράει της αγάπης το σεντόνι.
Αύρες του έρωτα με συνεπαίρνουν, καθώς το σώμα μου αφήνω να πλανιέται σε ταξίδια.
Οσμές θανάτου, με κερδίζουν καθώς την νύχτα, σε άλλους κόσμους μάχες δίνω σε σκοτάδια.
Ένας «Πολεμιστής του φωτός», τα νήματα της Ένωσης κρατά.
Και η Ένωση αυτή, ποτέ δεν θα διαλύσει, έχει δεσμούς αόρατους που μόνο δυο γνωρίζουν να τους λύσουν.
Θέλω τα θέλω σου, θέλω μια ταύτιση απόλυτη,
Ζητώ να μάθω πως μπορούν να γίνουν ένα δυο ψυχές,
Μπορώ να «ζω» στο χάος.

ΟΥ ΤΙ ΔΑΝΟΣ
29/4/2013=21=3(Τριάδα)

ΥΓ
Τίποτα δεν είναι τυχαίο