Δευτέρα, 6 Μαΐου 2013

O Ένατος τοπάζιον.


Του Ήλιου στράγγισε το φώς, το φως πίσω απ την μέρα, αυτό που μάτια ανθρώπινα δεν βλέπουν, εκείνη που σπιθίζει στα ανηφόρια, και στις ξερολιθιές καθώς γυρνάμε οι ώρες για να βρουν την ποθητή τους θέση.
Κεραυνοβόλος Ήλιος, την άγρια μέρα, μέρωσε και ασέλγησε στων λουλουδιών τα πέταλα, εκείνα που αλλάζουν χρώμα, όταν σταγόνες τα τυλίγουν μυρωμένες.
Χορεύοντας εκστατικούς χορούς, κυλίστηκε ο Απόλλωνας, μέσα στο δάσος το πυκνό, του σκοτεινού κισσού στεφάνη πλέκοντας, με άγριες μέλισσες, να φέρνουν νέκταρ, για να τυλίξουν με μετάξια, τα κέρατα του Κάρνειου.
Η μαγεμένη πόλη έχασε την παρθενιά της, μέσα στα γλεντοκόπια των Σατύρων, πρώτος να σέρνει τον χορό ο Σειληνός, και πίσω του μαινάδες, τρελά χοροπηδώντας, ημίγυμνες, προκλητικά το στήθος τους να δείχνουν στον θεό.
Στη γονιμότητα τραγούδι έγραψε, την βελουδένια λύρα καθώς χάιδευε ο Ορφέας.
Γιατί εξαγνίστηκε, μόλις που γύρισε απ το ταξίδι του στον Αδη, την Ευρυδίκη να απαντήσει.
Κοινοί θνητοί, ως πότε βροτοί θα μένετε μέσα σε τούτο το ερωτικό πανδαιμόνιο;
Πέτα ψυχή μου ανάλαφρα, σπάσε το χρόνο, και τις αλυσίδες σκόρπα, είναι ο θεός στο κάθε βήμα και στο κάθε βλέμμα.
Ξυπόλητη να αρχίσεις, σε μονοπάτια κακοτράχαλα, με πέτρες κοφτερές τα πέλματα να σκίζουν, και στην ροή του Σκύρα, να ακουμπήσεις, να πλύνει τις πληγές σου με τα αέρινα νερά του.
Γονατιστή αδέσμευτη ψυχή μου, το σύμπαν το δικό σου προσκυνώντας, φωτιές να βάλεις και οι άλλες οι ψυχές ν΄ ακολουθήσουν, τον δρόμο τον σκληρό, που ίσια στο φως μας οδηγεί.
Σέρνοντας, στης μητέρας μας την μήτρα να χωθείς, και αέρινη περνώντας υποχθόνιους διαδρόμους, απ την Γαλακώ κινώντας, ουρανό θα συναντήσεις βγαίνοντας.
Μέλι και γάλα, μήτρα και στήθος, θα σε περιμένουν ΕΚΕΙ.
Το άπειρο του Γαλαξία ακολουθώντας, είσαι στον δρόμο ίσια στην ψυχή του Πλάστη την αιώνια να ακουμπήσεις.

ΟΥ ΤΙ ΔΑΝΟΣ  1105=7 (εσύ)
6/5/2013=6/5/6=8 (εγώ)