Τετάρτη, 16 Απριλίου 2014

Θεός εις, η βροτός τις.

Τα θέλω μου σκοτώνω στην πορεία  
Με τρόπους ακαθόριστους αισχρούς
Σε τόπους μακρινούς μόνιμη εξορία     
Δρόμους να μην θυμούνται η εχθρούς

Στον κόρφο μου θηλάζουν αντί γάλα
Πικρής χολής, εκχύλισμα θανατικό   
Ποτέ δεν πρέπει να γεννούν μεγάλα
Είναι επικίνδυνα,  μείγμα  εκρηκτικό

Κι αν κάθε δήμιος θα σπέρνει δόντια
Τους δράκους θα θερίζω στα τυφλά
Ας  γίνουνε τα θέλω μου γερόντια
θα πάψουν να φυτρώνουν τα διπλά

Μια Μήδεια, που πνίγει τα παιδιά της
Και φεύγοντας ζητά να λυτρωθεί
Μια μοίρα που χαϊδεύει τ’ αχαμνά της
Γρυλίζοντας  «να πάει να γαμηθεί»

Δεν έχεις δόρυ, θώρακα, κι ασπίδα
κάμπο να πολεμήσεις, ούτε χάρη
έκαψε νύχτα ο Αιήτης την Κολχίδα
και πούλησε το δέρας, σαν τομάρι.

Υπάρχει όμως ένας φάρος, μέσα σε κάθε σκοτεινή νύχτα!
Αυτός που διατηρεί το φως μέχρι την Ανατολή!
Κάποια στιγμή, το φως γίνεται σπίθα, φωτιά, πυρκαγιά,
καψαλίζει το δέρμα της υποκρισίας,
μαυρίζει τα χρυσόμαλλα είδωλα της εξουσίας ,
λαμπαδιάζει τις αγορασμένες δάφνες των δυναστών,
ζεσταίνει την Λάα*  ύπαρξη Μας,                
(*φωτεινή, ουράνια, πέτρινη)
πυρακτώνει την Χάα** ψυχή Μας,              
(**θεϊκή)
καίει την νύχτα, και ανασταίνει τα θέλω Μας!
ΟΥ ΤΙ ΔΑΝΟΣ
16/4/2014=18=9