Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2014

Έφυγες......

Τα σπαράγματα του έρωτα πάνω στην λευκή πεδιάδα του σεντονιού,
γκρεμός αδιάβατος το βαθούλωμα στο μαξιλάρι,
ξερές πια λιμνούλες οι σταγόνες της πάλης των κορμιών
Βαθιά ανάσα
να ρουφήξει τους τελευταίους υδρατμούς των σπασμών της ηδονής
να αποτυπωθούν στον καμβά της μνήμης.
Απεγνωσμένα τα χέρια ανιχνεύουν τον βωμό της ερωτικής κατάθεσης
απάντηση ζητούν… θα ξαναρθεί ;
Χάνεται η Κασσάνδρα μέσα στην ομίχλη της απώθησης
την Αφροδίτη καλεί…
Καγχάζει η θεά του έρωτα αλλά αυτή ελπίζει…
Ελπίδα και ζωή μαζί…

Κατερίνα Βαλμά 

Έρωτας

Πνοή ηδονής το αγέρι, σείει και ανεμίζει τα πέταλα των ανθών,
Σαν πολύχρωμες φουστίτσες ανέμελων γυναικών, που χορεύουν στις πλατείες..
«Σ’αγαπώ» φωνάζουν… τινάζοντας τις γυμνές γάμπες στον αέρα κραυγή και πρόσκληση μαζί…
Σφίγγουν τα χέρια στο στήθος, φωλιά ζεστή για τον αόρατο εραστή.
Μάτια θολά από την προσμονή, μαλλιά στολισμένα από αλμυρές σταγόνες πόθου…
Πνίγουν στα σωθικά τους τις κατάρες των μαινάδων και ικετεύουν….
Έλα,,, Σ’αγαπώ,,,,,

Κατερίνα Βαλμά 

Ο χρόνος

Γκρίζα η στάχτη μες το ποτήρι, ράγισε το κρύσταλλο
γκρίζα αντανάκλαση, πάνω στο μαύρο τετράγωνο του χρόνου που επίμονα μας χτυπάει,
σαν τα σφυρίγματα των τραίνων πάνω στις προσόψεις των σπιτιών.
Ραγισμένο το κρύσταλλο σαν την πέτρα του δαχτυλιδιού σου
με χρυσό περίγραμμα, να ξεγελάει το ανίδεο μάτι
Γκρίζο…. Το λευκό που άφησες,
να παλεύει με τον μινώταυρο το μαύρο,
δεν ποθείς….
Τα χρώματα ξεράθηκαν,
στεγνή καμένη γης μαρμαρωμένα τα χείλη,
παγωμένος ο ασπασμός,
σκλαβωμένη η ανάσα στην φυλακή του νου και η ψυχή,
ασημένια κλωστή γύρω από το αδράχτι της καρδιάς
να ξετυλιχτεί παλεύει ικέτιδα του ονείρου σου,
λεπίδα να γίνει,
να κόψει τον λυγμό…

Κατερίνα Βαλμά 

Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2014

"Ο Τούρκος, η συκιά και το χαρέμι"

Το ανόητο αλλά κατά τ' άλλα διεισδυτικό χαζοκούτι κατάφερε να θεοποιήσει τον αιώνιο εχθρό των Ελλήνων.
Με αφορμή τα αμέτρητα σήριαλ, όλες ονειρεύονται Τούρκους, μελαχρινούς, σωματώδεις, πρωταγωνιστές και αντίγραφα του δικού μας Ξανθόπουλου.
Τρεις πλανήτες ευθυγραμμίζονται και η σελήνη σε έκλειψη δημιουργούν ένα μοναδικό πέρασμα στο παρελθόν, τότε που οι "γοητευτικοί" γείτονες δεν ήταν και τόσο "ελαστικοί"... η πύλη βρίσκεται στο ανατολικό μέρος του κάστρου.
Η Πέννυ και ο Παπιέ Ανδροκλής είναι παιδικοί φίλοι, συναντιούνται μόνο όταν εκείνη κατεβαίνει από την Αθήνα, εκείνος θηλυπρεπής και ονειροπόλος την θεωρεί μοναδική του φίλη και την εμπιστεύεται. Βαδίζοντας αργά μετά το νεκροταφείο, συζητώντας και χωρίς να το καταλάβουν περνούν κάτω από την πύλη την κατάλληλη στιγμή...
ΠΕΝΝΥ: Πως είναι η ζωή στο χωριό πες μου...
ΑΝΔΡΟΚΛΗΣ: Πως να είναι;;
χάλια μαύρα!
Μόνο γιαγιάδες και παππούδες έχουν ξεμείνει και οι παντρεμένοι, οι ξέμπαρκοι τρέχουν πίσω από τα κοριτσόπουλα.
Καλέ;;
τι βρίσκουν πια στα κοριτσάκια;
Τέτοιο ομορφόπαιδο και κλείνω έναν ολόκληρο χρόνο μόνος, το ακούς;
μόνος φιλενάδα.
Αράχνιασα!
ΠΕΝΝΥ: Μην βιάζεσαι, κάτι θα βρεθεί.
ΑΝΔΡΟΚΛΗΣ: Το γοργόν και χάριν έχειν λέω εγώ! Καλέ;
Ποιες είναι αυτές που κάθονται κάτω από τη συκιά;
πρώτη φορά τις βλέπω, για τσιγγάνες μοιάζουν αλλά στο πιο γαλαζοαίματο.
( Κάτω από την σκιά δέκα νεαρές γυναίκες χασκογελούσαν.
Ο Ανδροκλής όλο χάρη και σκέρτσο πλησίασε κοντά τους )
ΑΝΔΡΟΚΛΗΣ: Σουσουράδες από που είστε καλέ και δε σας έχω ξαναδεί, πόσο όμορφες και παλιομοδίτικες!!!
Αχ, πότε θα φύγετε θα πλακώσουν όλοι οι βλάχοι αν σας πάρουν είδηση...
ΠΕΝΝΥ: Κορίτσια είστε από κάποιο διπλανό χωριό;
Περίεργα τα ρούχα σας, θυμίζουν σκηνικό από ταινία...
( οι κοπέλες χαμογελούσαν και πείραζαν τον Ανδροκλή φορώντας του μαντήλια στο κεφάλι μέχρι που ακούστηκαν καλπασμοί αλόγων και έντρομες σηκώθηκαν να φύγουν φωνάζοντας όλες μαζί... Τούρκοι- Τούρκοι! )
ΑΝΔΡΟΚΛΗΣ: Τούρκοι;;;; Αχ που είναι καλέ; ( στρώνοντας το μαλλί του )
Τα κορίτσια κρύφτηκαν αμέσως και οι εισβολείς πλησίασαν τους ήρωες μας, ο Ανδροκλής χαμογελούσε γεμάτος ενθουσιασμό ενώ η Πέννυ παρέμενε ακίνητη και γεμάτη απορία.
Εκείνοι πλησίασαν με τα άλογά τους, πέντε στον αριθμό, και τους κοίταζαν λέγοντας... ΤΟΥΡΚΟΣ: Ωρέ Γιαούρηδες δεν φοβάστε;
Από που ήρθατε;
ΑΝΔΡΟΚΛΗΣ: Να δεις φιλενάδα που μας περνάνε για κομπάρσους...
Καλέ που κρύβεται ο σκηνοθέτης, ποιος είναι;;;
Μμμμ λέω να αυτοσχεδιάσω, είμαι κουκλί στους αυτοσχεδιασμούς!
Ωιμέ, θα θυσιαστώ για την πατρίδα, βασανίστε με ατελείωτα!
ΤΟΥΡΚΟΣ: Τι πράμα είναι ετούτο; Ζεβζέκης.
( κατέβηκαν από τα άλογα δυο Τουρκαλάδες και έδεσαν πιστάγκωνα τους δυο φίλους, του έσυραν μέχρι τα κελιά του Σουλτάνου.
Εκεί, τους έβαλαν σε ένα κελί με δεκαεπτά βρώμικους και νηστικούς συμπατριώτες προγόνους τους.
ΑΝΔΡΟΚΛΗΣ: Καλέ, όσο πάει γίνεται και καλύτερο! Μυρίζει αντρίλα και ζαλίζομαι! ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΣ: Σε χαλάσανε έρμο πλάσμα...
ΠΕΝΝΥ: Δε θέλω να σε τρομάξω αλλά δε πρόκειται για ταινία, μάλλον κάτι χειρότερο συμβαίνει και δε μπορώ να το αντιληφθώ...
ΑΝΔΡΟΚΛΗΣ: Μην είσαι χαζή! Σε λίγο καιρό όλα τα κανάλια θα μιλούν για ένα νέο ανερχόμενο ταλέντο, δηλαδή εμένα!!!
( ένας Τούρκος ανοίγει απότομα την πόρτα και αρπάζει κυριολεκτικά την Πέννυ )
ΑΝΔΡΟΚΛΗΣ: Καλέ μη, που την πάτε;;; εμένα πάρτε, εμένα βασανίστε, εμένα!
( τρώει ένα δυνατό χαστούκι και πέφτει κοντά στα πόδια δυο κρατουμένων )
Αχ, παρηγορείστε με, που πάνε την φιλενάδα μου;;;
ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΣ: Στο χαρέμι μάλλον, εκεί που θα' πρεπε να πας και εσύ...
( Η Πέννυ οδηγείται στο χαρέμι όπου οι κοπέλες την αγκαλιάζουν και την ντύνουν, της φτιάχνουν τα μαλλιά και της δίνουν οδηγίες για το τι πρέπει να κάνει ώστε να μάθει το χορευτικό και να εντυπωσιάσει τον Πασά )
ΠΕΝΝΥ: Δε μπορεί, εφιάλτης είναι από τα παλιο-σήριαλ, που θα πάει, θα ξυπνήσω...
( μετά το χορευτικό οι κοπέλες κάθισαν στις μαξιλάρες και οι Τούρκοι έφεραν στον Πασά, τον Ανδροκλή )
ΠΑΣΑΣ: Τίνος είσαι ωρέ;
Από που μας έρχεσαι;
Γιαούρης χαλασμένος είσαι;;
ΑΝΔΡΟΚΛΗΣ: Τι πρέπει να απαντήσω τώρα;
( πλησιάζει τον Τούρκο ) τι λέει το σενάριο; Καλέ βοηθήστε...
ΠΑΣΑΣ: Ωρε Γιαούρη, είσαι ζεβζέκης αλλά με κάνεις και γελάω, πως θα σε κρεμάσω εγώ τώρα;;;
ΑΝΔΡΟΚΛΗΣ: Χα χα χα, καλέ τι ωραία έκφραση που έχετε, τύφλα να έχει ο Σουλεϊμάν! όμως καλό θα ήταν να κόψετε λίγο τα μούσια, πως τρώτε την σούπα σας;
Για φορέστε αυτό το κολιέ το τυρκουάζ να δω πως σας πηγαίνει... ( πριν πλησιάσει τον άρπαξαν οι φρουροί και τον απομάκρυναν )
ΑΝΔΡΟΚΛΗΣ: Ένας ένας καλέ, είπαμε... μη μη μη μη
ΜΗΤΕΡΑ ΑΝΔΡΟΚΛΗ: Σήκω επιτέλους, αγκαλιά με το κοντρόλ κοιμάσαι...

Καίτη Δροσίνη