Παρασκευή, 6 Φεβρουαρίου 2015

Πράσινες μικρές μολόχες


Χτισμένη στου παντοτινού πάθους το μοναστήρι
προσμένει τον νυχτερινό έρωτα να φανεί.
Του δροσερού αυγερινού να κάνει το χατίρι,
να την κρατήσει αγκαλιά κι αγέρας να γενεί.

Μια περασμένη πυρκαγιά στο νου της έχει ανάψει,
που κρυφοκαίγοντας δειλά, εφούντωσε ξανά,
φωτίζοντας τ’ αγύριστα χρόνια που είχε κλάψει,
Και τώρα γίνεται θεριό κι εκδίκηση ζητά.

Αλόγιστα κι αχόρταγα πουλήθηκε στο ψέμα,
και γελασμένη απ τ’ όνειρο ανέβηκε ψηλά,
έτσι στιγμή δεν πρόσεξε τ’ αρπαχτικού το βλέμμα,
που παραμόνευε άγρια πίσω απ την ομορφιά.

Τ’ αγκάθια κι οι ξερολιθιές πίσω απ την οπτασία,
σκούντησαν την συνείδηση της άλογης μικρής,
μα όσο πικρά κι αν έκλαψε κάθε της ικεσία,
πήρε ο βοριάς και γίνηκε μαχαίρι απειλής.

Έτσι κρατώντας της βρισιάς το γκρίζο χαλινάρι,
χαστούκια δίνει στα τυφλά, σκαμπίλι και ο χρόνος,
καθώς μαζεύει ψίχουλα που όμως θα τα πάρει,
εκείνος που την μύησε να νιώσει τι είναι πόνος

Μα νοιώθοντας πώς μάταια τ’ άστρο της περιμένει,
κατόρθωσε με τη φωτιά του μίσους της να διώξει,
το φόβο που την έδενε, έτσι κι αλλιώς χαμένη,
και κάρφωσε τον τύραννο στου μαχαιριού την κόψη.

Τώρα μια λεύτερη σκλαβιά την περιμένει
Μέσα σ αυτή θα ζήσει ξενοιασμένη.

Προ ΟΥ ΤΙ ΔΑΝΟΥ
1976-80