Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2015

Ρηξικέλευθη ελεγεία.

Σκάβουν το νου, γδέρνουν της γης το δέρμα.
Σβήνει ο ήλιος, λείπει το νερό, μυρίζει τέρμα.
Βαρύς ζυγός, τυφλά ο ζευγολάτης να διατάζει
σπέρμα νεκρό, ζητά την άνοιξη και μηρυκάζει.

Ζεύγλα, σταλίδα, και υνί, μας διαφεντεύουν
λαιμό, μυαλό, υπομονή, κρυφά  κουρσεύουν.
Του χωραφιού ανέραστο, το στέρφο χώμα,
άμορφα ζώα, κλέβουνε ζωή, που ζει ακόμα.

Ο ζευγολάτης σκυθρωπός, η Γή μια ξέρα
φτηνό ομοίωμα, κωπηλατεί σάπια γαλέρα.
Έχει για σμίλη καμουτσί, η ανάγκη πείθει,
ότι δεν τσούζει το πετσί, θέλουν τα πλήθη.

Ένοχο πισωγύρισμα, ζωή με την βουκέντρα
η ιστορία δούλα του σκοπού, δοτή αφέντρα.
Αμάζευτη  σοδειά μισή, σε αστικούς λειμώνες,
σπορά ευνούχων μισθωτών, θερίζουν πόρνες.

Μια μονοδιάστατη εποχή, ομφάλιος λώρος,
ο χρόνος μέγαιρα μαμή, και η γέννα φόρος.
Στο χάσιμο του φεγγαριού, η λήθη καίει,
τη μνήμη μιας Ανατολής, και δήθεν κλαίει.
  
ΟΥ ΤΙ ΔΑΝΟΣ
3/11/2015=13=4