Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2016

«Είπατε τώ βασιλεί….

...χαμαί πέσε δαίδαλος αυλά, ουκέτι Φοίβος έχει καλύβην, ου μάντιδα δάφνην,
ουδέ παγάν λαλέουσαν. Απέσβετο και το λάλον ύδωρ»,
  

Τα φύλλα που γράφουν, με κίτρινο βάφουν, τελάρο η φύση, πινέλο ο καιρός.
Τα δάκρυα που τρέχουν, με ρίμες αντέχουν, η αίσθηση νότες, χαρτί  ο χορός.

Σαπίζουν στο χώμα, η αγάπη ακόμα, στολίζει φιγούρες, δεν ντύνει καρδιές.
Ποθούν ένα σώμα, μα πέφτουν σε κώμα, η γύμνια πονάει, τις κρύες  βραδιές.

Μαζεύουν κομμάτια, στενά μονοπάτια, απρόσωπες σχέσεις βαφτίζουν δεσμούς.
Τυφλή πανδαισία, στον βρόντο θυσία, σαν κάλπικος μάντης, με λάθος χρησμούς.

Οι δύνες που τρίζουν, ψυχές δεν αγγίζουν, χαλάσματα αφήνουν, ερείπια σκορπούν
Προφάσεις με λόγους, σ΄αστείους συλλόγους, ρουφάνε αξίες, και φτύνουν καρτούν.

Για βρες την καρδιά τους, για πες τ΄ όνομά τους, θροΐζει ο αέρας, αγνή προσευχή.
Για άκου τον πόνο, για κλείσε το χρόνο, μια ανάσα κοντά τους, πλανιέται η ψυχή.

Στον ωκεανό μας, και στον ουρανό μας, γυμνές Αφροδίτες , αστέρια γεννούν,
Ζεστά δάκρυά μας, κυλούν στα βουνά μας, μικρές βρυσομάνες τον Ήλιο υμνούν.

Αυτό που στοχεύω, με πείσμα πιστεύω, υπάρχει στο σύμπαν, ανέσπερο φώς.
Οι άλλοι νομίζουν, το άγνωστο βρίζουν, για τρύπιες δεκάρες, ο πόνος κρυφός.

Σκαλίζω στην πέτρα, γνωρίζω τα μέτρα, αγάλλεται η σμίλη, φωτίζει ο σκοπός.
Ή σκάβω το χώμα, και βρίσκω το σώμα, τα μάτια μου φύλλα, ρυθμός ο παλμός.

Αγάπη ωραία, κατέχω παρέα, που σκίζει ο κόσμος, σε κάθε φιλί.
Μ’ εκείνη στο πλάι, ψυχή που μιλάει, γαλάζια εικόνα, μοιραία φυλή.

ΟΥ ΤΙ ΔΑΝΟΣ
16/11/2016=18=9