Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2016

Απόπειρες ελευθερίας

Τις άδειες νύχτες, που είμαι μόνος,
βαθιά με σκάβει, ο άλλος χρόνος.
Αυτός που καίει, με την καρδιά μου,
με γλύφουν φλόγες, νέα παιδιά μου.

Ψάχνω αιτία, και βρίσκω τοίχους,
σιωπή τριγύρω, δεν θέλω ήχους.
Διώχνω αγάπες μακριά και πάνε
ψάχνουν χαμένα, να προσκυνάνε.

Σε δέντρα γράφω, να καταλάβεις.
Χείλια να δίνεις, δόντια θα λάβεις.
Σκίζω τις λέξεις, σβήνω εικόνες,
κρύες οι νύχτες, άδειοι χειμώνες.

Το αφήνω κάτω, νοιώθω το χώμα,
Μαζεύω φύλλα, τα κάνω στρώμα.
Μου γνέφει η ώρα, και μου γελάει,
μετά δακρύζει, μα δεν μιλάει.

Κάπου θαμμένο, μες το μυαλό μου,
ένα συναίσθημα, έχω του δρόμου.
Τρέχω στο μέλλον, σαν ξεχειλίζει
κι άναρχους λόγους, μου ψιθυρίζει.

Μια βαφτισμένη άτρωτη φτέρνα,
τρωτή αγάπη, στέλνει για μένα.
Ήταν θαμμένη μέσα στη λάσπη,
του ωκεανού μου, σε μωβ ιάσπι.

Κι αν η καρδιά μου, καίει και βράζει
αν γεύση αλμύρας στα μάτια στάζει,
τα κρύβει μάσκα, και ξεγλιστράνε,
φτιάχνουν ασπίδα, τα βέλη σπάνε.

Μεταμφιέζω, νύχτες και μπόρες,
ντύνω χειμώνες, με θερμοφόρες.
Και επιστρέφω πίσω στο Δάντη,
την κόλασή του, σ’ ένα διαμάντι.

Όταν σε θέλουν, μόνο για σένα
γράψε στο τζάμι, κάτι από μένα:
Έτοιμος να σαι, μόνο για κείνους
όσους χαρίζουν φως από κρίνους.

Και κάτι ακόμα το τελευταίο
δειλός μην είσαι όποτε κλαίω,
σε μια κηδεία συναισθημάτων,
για τις ψυχούλες των ανιάτων.

Γιατί το γέλιο, κρύβει τον πόνο
Κρατά το δάκρυ για λίγο μόνο.
Σαν επιστρέφει, σε παρασέρνει,
κλαίει η αγάπη, και ανασαίνει.

ΟΥ ΤΙ ΔΑΝΟΣ
18/12/2016=21=3