Κυριακή, 16 Ιουλίου 2017

Λααύρα (πέτρινη αύρα)


Της ώρας της κακιάς τα αρπακτικά, ρουφιάνοι πόρνες τρωκτικά, χαντακωμένοι ολετήρες,
ρουφάνε διάφανα ωραία ξωτικά, νεράιδες πρίγκιπες αερικά, και αφήνουν οπτασίες χήρες.

Της πέτρας της σκληρής η μυρωδιά, η άβολη ζεστή ποδιά, η μαρμαρένια λάμψη του γρανίτη, πιστή συντρόφισσα σαν ήμασταν παιδιά, φτωχή, πολύτιμη σοδειά, θέμελο ακριβό μου σπίτι.

Της μοναξιάς η μόνιμη αφή, σκιά του Ήλιου, πρώιμη ταφή, η ταραχή της ύστατης λαγνείας  
στα χέρια ανεξίτηλη βαφή, δεσμός ονείρου, με διπλή γραφή, το μυστικό ασάλευτης μανίας.  

Της σιωπηρής νυχτιάς η προσμονή, βουβό σκοτάδι η σκηνή, όπως ακίνητα νερά στην λίμνη
στα μάτια παγωμένη ηδονή, η βάρκα ακυβέρνητη δίχως πανί, να γέρνει επικίνδυνα η πρύμνη.

Της πίκρας του τσιγάρου ο εσμός, στο μάσημα της δάφνης ο χρησμός, φθόγγους ψελλίζει
προστάτης μάρτυρας της γεύσης ο θεσμός, καμένης γλώσσας κορεσμός, τα λόγια ψαλιδίζει.

Της μέρας η τυχαία προβολή, αντίστροφη εικόνα μου καλή, ανάποδα γυρνάω την ψυχή μου
η όραση μου σταθερά θολή, στου ένστικτου να γέρνει απαλή, πυξίδα αλάθητη απαντοχή μου.

ΟΥ ΤΙ ΔΑΝΟΣ
16/7/2017=24=6