Κυριακή, 21 Αυγούστου 2016

«Είναι φυτά τ’ ουρανού οι Έλληνες, και όχι της γης» (Πλάτωνας Τίμαιος 23 d – e).

«Δεν προήρχοντο από το σπέρμα, αλλά αντιθέτως το σπέρμα προήλθε από αυτούς» 
(Αριστοτέλης: Μετά τα Φυσικά, 7,30)
Μένω εδώ, σε ένα τρισδιάστατο τοπίο βαρετό.
Ένας ζωγράφος δίχως χρώμα, σε κακή στιγμή.
Μένω εδώ, σε ένα κιγκλίδωμα ατσάλινο φτιαχτό.
Ένας οπλίτης δίχως όπλα, σε ωραία παρακμή.

Μένω εδώ, σε ένα δωμάτιο στριμμένο σε χαρτί.
Μια Κυριακή, μια ακόμα δόση ποτισμένη ανοχή.
Μένω εδώ, σε μια παράγκα να ρουφάω τα γιατί.
Η κάθε μέρα δοκιμάζει, του μυαλού την αντοχή.

Έτσι λοιπόν, να υπνωτίζει η κλεψύδρα τον καιρό,
του κρεμασμένου ρολογιού μονότονο το πέρα δώθε.
Έτσι λοιπόν, το τίποτα γεννιέται σαν γλυκό μωρό,
μητρός αγνώστου γενικής, και κλητική ώ νόθε.


Αναρωτιέμαι, γιατί χθες στις παρυφές ενός βουνού,
ένοιωσα κάτι θα συμβεί, αλλάζει η θέα στη στροφή.
Αναρωτιέμαι, γιατί χθες με το γαλάζιο του ουρανού,
πίστεψα σ άγνωστους θεούς, με ιερό στην κορυφή.

Κάθομαι εδώ, κλώθω αργά τη δύναμη σ΄ ανέμη,
γύρω μου έρημος χαράς, τυλίγεται στο αδράχτι.
Κάθομαι εδώ, η ρίζα μου αυγουστιάτικο μελτέμι,
κορμός η θάλασσα, κοχύλια τα κλαδιά στο χάρτη.

Βρίσκομαι εκεί, στα νοητά με όρους οριζόντων,
εκεί, που σπέρματα φωτιάς έκρυψαν οι τιτάνες
Βρίσκομαι εκεί, στα όρια των λίγων επιζώντων
όσες διαστάσεις οι ψυχές, τόσοι και οι παιάνες.

ΟΥ ΤΙ ΔΑΝΟΣ
21/8/2016=20=2