Τετάρτη, 7 Αυγούστου 2013

Είμαι ο Ζόφος…

Είμαι ο Ζόφος
Εγώ οδηγώ προς τη θλιμμένη χώρα.
Εγώ προς τις ψυχές τις κολασμένες.
Παράλληλα με τις όχθες του Άρνου, τρέχω, χωρίς πνοή… στρίβω αριστερά στη Βία ντέι Καστελάνι, κατευθύνομαι βόρεια, κολλητά στις σκιές του Ουφίτσι.
Και εκείνοι εξακολουθούν να με καταδιώκουν.
Το ποδοβολητό τους δυναμώνει τώρα, καθώς ρίχνονται στο κυνηγητό με
ασυγκράτητη αποφασιστικότητα.
Χρόνια ολόκληρα με κυνηγούν. Η επιμονή τους με υποχρέωσε να κρύβομαι… να ζω στο καθαρτήριο… να βασανίζομαι κάτω από τη γη, σαν χθόνιο τέρας.
Είμαι ο Ζόφος
Εδώ, πάνω από την επιφάνεια του εδάφους, στρέφω το βλέμμα μου προς το βορρά, όμως μου είναι αδύνατο να βρω μονοπάτι που να οδηγεί απευθείας στη σωτηρία… καθώς τα Απέννινα Όρη κρύβουν το πρώτο φως της αυγής.
Περνώ πίσω από το ανάκτορο με τον οδοντωτό πύργο και το χωλό ρολόι… περνώ ανάμεσα από τους πρωινούς πωλητές στην Πιάτσα ντι Σαν Φιρέντσε, με τις τραχιές φωνές τους που μυρίζουν πατσά και φουρνιστές ελιές.
Διασχίζω το ποτάμι πριν το Μπαρτζέλο, κόβω δυτικά προς το καμπαναριό της Μπάντια και βρίσκω απότομα μπροστά μου τη σιδερένια πύλη στη βάση της σκάλας.
Εδώ κάθε ατολμιά πρέπει να σβήσει.
Στρίβω το χερούλι και περνάω στο πέρασμα από το οποίο ξέρω πως δεν υπάρχει επιστροφή. Πιέζω τα μολυβένια πόδια μου να ακολουθήσουν τα στενά σκαλοπάτια… τα οποία υψώνονται σαν σπείρα προς τον ουρανό, μαρμάρινα πατήματα, σημαδεμένα, φθαρμένα.
Οι φωνές αντηχούν από κάτω. Ικετευτικές.
Βρίσκονται πίσω μου, ακατάβλητοι, πλησιάζουν.
Δε συνειδητοποιούν τι επίκειται… ούτε όσα έχω κάνει για το καλό τους.
Αχάριστος τόπος!
Όπως ανηφορίζω, οι εικόνες ξεπροβάλλουν σκληρές… τα λάγνα κορμιά που
σπαρταρούν κάτω από την πύρινη βροχή, οι ακόρεστες ψυχές που επιπλέουν στα
περιττώματα, οι άτιμοι προδότες εγκλωβισμένοι στην παγερή αγκάλη του Σατανά.
Αφήνω πίσω μου τα τελευταία σκαλοπάτια και φτάνω στην κορυφή, παραπατώ
σχεδόν ξεψυχισμένα όπως συναντώ τη νοτισμένη, πρωινή ατμόσφαιρα. Τραβώ
αμέσως στον τοίχο που φτάνει στο ύψος μου, κοιτάζω ανάμεσα από τις πολεμίστρες.
Κάτω, μακριά, αντικρίζω την ευλογημένη πόλη στην οποία βρήκα καταφύγιο από
όλους εκείνους που με εξόρισαν.
Οι φωνές αντηχούν, φτάνουν κοντά μου, πίσω μου.
Είναι τρέλα αυτό που έκανες!
Η τρέλα γεννά τρέλα.
Για όνομα του Θεού, πες μας πού το έκρυψες!
Ακριβώς, στο όνομα του Θεού, λέξη δεν πρόκειται να σας πω.
Στέκομαι εκεί, εγκλωβισμένος, με την πλάτη κολλημένη στην κρύα πέτρα.
Τα βλέμματά τους καρφώνονται πάνω στα καθάρια, πράσινα μάτια μου, οι εκφράσεις των προσώπων τους σκοτεινιάζουν, δεν είναι πια παρακλητικές, αλλά απειλητικές. Το ξέρεις πως έχουμε τους τρόπους μας. Μπορούμε να σε υποχρεώσουμε να μας πεις πού βρίσκεται.
Για το λόγο αυτόν σκαρφάλωσα κι εγώ ως τα μισά του ουρανού.
Ξαφνικά, κάνω μεταβολή και σηκώνω τα χέρια μου, τα δάχτυλά μου γραπώνονται
πάνω στο ψηλό χείλος, με ανεβάζουν κι άλλο, τα γόνατά μου βρίσκουν πάτημα,
ανασηκώνομαι, τελικά στέκομαι στα πόδια μου… ισορροπώ αβέβαια εκεί.
Οδήγησέ με, καλέ μου Βιργίλιε, πέρα από το χάος.
Αδυνατώντας να πιστέψουν αυτό που βλέπουν, ορμούν μπροστά, θέλουν να με
αρπάξουν από τα πόδια, όμως φοβούνται πως θα κλονίσουν την ισορροπία μου και θα με γκρεμίσουν.
Ικετεύουν τώρα, με βουβή απόγνωση, όμως εγώ τους έχω γυρίσει την πλάτη. Ξέρω τι πρέπει να κάνω.
Από κάτω μου, σε απόσταση ιλιγγιώδη, οι κόκκινες κεραμοσκεπές ξεπροβάλλουν
σαν πύρινη θάλασσα που απλώνεται να συναντήσει την εξοχή… φωτίζοντας τον
όμορφο τόπο όπου άλλοτε βάδισαν γίγαντες… Τζότο, Ντονατέλο, Μπρουνελέσκι,
Μποτιτσέλι, Μιχαήλ Άγγελος.
Πόντο τον πόντο, φέρνω τα πόδια μου στο χείλος των προμαχώνων.
Κατέβα! φωνάζουν. Υπάρχει ακόμη χρόνος!
Ω, σκόπιμα αδαείς! Δε βλέπετε το μέλλον;
Δε συνειδητοποιείτε το μεγαλείο της δημιουργίας μου;
Την αναγκαιότητά της;
Ευχαρίστως προχωρώ στην υπέρτατη θυσία… και μέσα από αυτή θα διαγράψω και την τελευταία σας ελπίδα να βρείτε αυτό που ψάχνετε.
Δεν υπάρχει καμία περίπτωση να το εντοπίσετε εγκαίρως.
Πολλές δεκάδες μέτρα από κάτω, η πλακόστρωτη πλατεία μοιάζει να με καλεί, σαν γαλήνια όαση.
Πόσο λαχταρώ λίγο χρόνο παραπάνω… όμως ο χρόνος είναι το ένα
και μοναδικό αγαθό που η αμύθητη περιουσία μου δεν μπορεί να μου εξασφαλίσει.
Εκείνα τα τελευταία δευτερόλεπτα, ατενίζω την πλατεία και αντικρίζω ένα θέαμα που με ταράζει.
Βλέπω το πρόσωπό σου.
Με παρατηρείς ανάμεσα από τις σκιές.
Η θλίψη βαραίνει τα μάτια σου, και όμως μέσα τους διακρίνω ένα σέβας βαθύ γι’ αυτό που πέτυχα.
Αντιλαμβάνεσαι πως δεν έχω άλλη επιλογή.
Στο όνομα της Ανθρωπότητας, έχω χρέος να προστατέψω το αριστούργημά μου.
Ακόμη και τώρα θεριεύει… κοχλάζει κάτω από τα βαθυκόκκινα νερά της λίμνης που εντός της δε φεγγοβολούν ούτ’ άστρα.
Κι έτσι, παίρνω το βλέμμα μου από σένα και ατενίζω τον ορίζοντα.
Ψηλά πάνω από αυτόν τον ταλαίπωρο κόσμο, απευθύνω την ύστατη προσευχή μου.
Θεέ μου, μακάρι ο κόσμος να μη με θυμάται σαν κάποιον κτηνώδη αμαρτωλό, αλλά ως τον ένδοξο σωτήρα που ξέρεις κι εσύ πως είμαι πραγματικά.Μακάρι η
Ανθρωπότητα να κατανοήσει το δώρο που αφήνω πίσω μου.
Το δώρο μου είναι το μέλλον.
Το δώρο μου είναι η λύτρωση.
Το δώρο μου είναι η Κόλαση.
Με αυτές τις σκέψεις, ψιθυρίζω ένα αμήν… και κάνω το τελευταίο μου βήμα στην
άβυσσο.

INFERNO

Don Brown