Πέμπτη, 29 Αυγούστου 2013

Ηλιοβασίλεμα,

Πάει περίπου μισή ώρα που βασίλεψε ο ήλιος στον Κότραφο, κι ακόμη τα υπολείμματα από  το χρυσαφένιο του φως σκορπίζονται  στον ορίζοντα και χρωματίζουν τον ουρανό και τη θάλασσα .
Όσο πιο κοντά του τόσο πιο έντονα και όσο πιο μακριά τόσο πιο άχνα .
-         Που πηγαίνει  ο ήλιος μπάρμπα Παύλο;        Ρώτησε ο  Ληγόρης
-         Πάει να κοιμηθεί, έχει εκεί πίσω ένα μαλαματένιο κρεβάτι , πέφτει ανάσκελα και
 κοιμάται, φόρα το πρωί.
Ο μικρός τέντωσε τα αυτιά του, και κάτι σαν αμφιβολία άστραψε στο βλέμμα του, «έχει γούστο» σκέφτηκε, μάλλον χωρατό είναι, πέφτει ανάσκελα και δεν τσουλάει, αφού είναι σαν μπάλα.
Πώς όμως και να φέρει αντίρρηση, ο μπάρμπας καλός-καλός αλλά δεν σήκωνε αμφισβήτηση, ξερό κεφάλι ότι έλεγε ήταν νόμος.
-         Καληνύχτα μπάρμπα, πάω γιατί θα με γυρεύει η μάννα μου, είπε και πήρε το δρομάκι για το σπίτι.
Η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται, βρήκε δικαιολογία μια  που η συζήτηση  δεν είχε ενδιαφέρον και άφησε τον μπάρμπα Παύλο, στραμμένο προς την δύση.
Είχε πολλά το παρελθόν να δώσει, εικόνες , φωνές , χλιμιντρίσματα, όλα ανακατεμένα με ζωή.
Αχνοσκιές τα άλογα που γύριζαν σχεδόν καλπάζοντας στο αλώνι πατώντας τα στάχυα , και εκείνος τα διαφέντευε με μια μαλακή σκληράδα . 
Είχε στο κύτταρο  του  το μέτρο  και έβγαινε η ισορροπία  στα ζωντανά. 
Νοιώθανε λοιπόν σκληράδα και αγάπη, από τον νοικοκύρη, που την μετέτρεπαν σε φιλότιμο καθώς τα χούγιαζε:
-         Ντέεεει  Σκόμπι  ήσυχα κερατούκλη ….  Έλα  Κόρμπα  αγάντα …..
-         Ρίξε  γριά τα στάχυα μέσα………   με το τριχάλι…..
-         Ε καλά  σιγά να μη μου τρυπηθούν τα αφράτα μου χέρια…..
Θαυμαστή η σχέση  η γριά του ήξερε , είχε γίνει  το ολόγραμμά του σε θηλυκή έκδοση , όλα είναι γνώση και προσαρμοστικότητα
Ο Ληγοράκης  γύρισε πίσω το βλέμμα του, πριν σκαπετίσει και ζωγράφισε την εικόνα του . Φόντο ένας σκίνος, πίσω του δύο τσερατσιές, μπροστά και χαμηλά μια πέτρα αιώνια, ο θρόνος του μπάρμπα Παύλου.
Κεντρικό θέμα  η φιγούρα του, με ελαφρά κλίση του σώματος προς τα πίσω, ενώ από την πλάτη και πάνω έγερνε προς τα εμπρός χρησιμοποιώντας σαν αντιστήριγμα τη μαγκούρα του, που την κράταγε και με τα δύο χέρια. 
Το κεφάλι ελαφρά σκυμμένο κοίταζε ίσια μπροστά χωμένο μέχρι τα αυτιά στην τραγιάσκα.  Τι παράδοξο κοίταζε μπροστά και έβλεπε πίσω, δεν είχε το χάρισμα να οραματίζεται, και γέμιζε το κενό με την αναπαράσταση της ζωής του στο αλώνι. 
Εδώ που τα λέμε μπορεί  και να αντιμάχονταν τον χάρο σαν Διγενής με τον δικό του τρόπο.
 Πέρασε το φούρνο της θείας Μαριγούλας και κατηφόρισε πηδώντας τα δέκα μέτρα που τον χώριζαν από την αυλή.
-         Βρε καλώς τον τον λεβέντη.
Ακούστηκε με αντίλαλο το καλωσόρισμα από τους μπαρμπάδες και τις θειάδες.
-         Έλα κορώνα μου, που γύριζες, πήγαινε να κλείσεις την πόρτα της μάντρας.
Τον παρακίνησε στοργικά η μάννα του η θεία Κατερίνα.
      -     Άστο το τακτοποίησα εγώ, πρόφθασε ο πατέρας του μπάρμπα Αντώνης και συνέχισε αργά και καθαρευουσιάνικα όπως συνήθιζε, μια μεταφυσική ιστορία.
      -      Όταν έφτασα λοιπόν στο σταυροδρόμι, είδα μπροστά στα μάτια μου μια  παραμυθένια εικόνα, πανέμορφες κοπέλες με αέρινα φουστάνια , τόχαν ρίξει στο
χορό, κάτω από το φεγγαρόφωτο. Ήταν νεράιδες, ούτε που ταράχτηκαν ,
 πέρασα και τις άφησα στην ησυχία τους, και εκείνες βέβαια το ίδιο κάνανε.
Οι υπόλοιποι  άκουγαν αμέριμνοι, κουρασμένοι από τις έννοιες της ημέρας,  μια συνηθισμένη επαφή με  εξωτικά, χωρίς να εκπλήσσονται, και χωρίς να ρωτάνε λεπτομέρειες. 
Μάλλον το θεωρούσαν φυσικό, να συνυπάρχουμε με οντότητες, και ο καθένας  να μην ανακατεύεται στα χωράφια του άλλου.
-         Εεε  πατριάρχη, καλές οι νεράιδες αλλά έχουνε το μυαλό τους συνέχεια στο
χορό,  ακούστηκε ο μπάρμπα Παύλος που έφτανε στην αυλή.
      -    Όταν χάθηκε  ο αδερφός μας ο Βασίλης, μετά την κηδεία , κατέβαινα στην Οριαχα, και έκατσα να ξεκουραστώ, στο Πλαγιάδι, εκεί στο παλιό κεραμιδοκάμπινο. Άκουσα, μια βουή να έρχεται από το κοιμητήρι και να περνά πάνω από την ρεματιά, όταν έφτασε πάνω από τον Χαζανά έκανε ένα Ααααχ και έσβησε.
       -    Πήγε να επιθεωρήσει το περιβόλι του για τελευταία φορά, αναστέναξε
Παύλαινα  με φωνή που παλλόταν από συγκίνηση.
-         Α  καΐλα μου τίποτα δεν παίρνουμε μαζί μας, όλα εδώ μένουν , συμπλήρωσε  η
 θεία  Μαριγούλα , η Σωτήραινα .
-         Αύριο θα ποτίσω, στον Απεράτη άλλαξε την κουβέντα ο μπάρμπα Λίας, μάλλον
 τον στενοχωρούσε η κουβέντα, και την γύρισε στο παρόν .
-         Να πάς σύνταχα, να μη σε φάει ή ζέστη, τον συμβούλεψε η γυναίκα του η
 δημήτρω, και σηκώθηκε να μπει στο σπίτι.
-         Πάω και εγώ να ανάψω την λάμπα μονολόγησε η θεία Κατερίνα .
-         Πάμε και εμείς γριά διέταξε τρυφερά την Παύλαινα ο  γέρος της.
-         Πάμε Παυλί μου, να σου βάλω να φας, είπε η Αλεξάνδρα, εννοώντας ότι θα φάει
μαζί του και εκείνη βέβαια. 
Καληνύχτισαν , και τράβηξαν αργά και προσεχτικά για το σπίτι τους που ήταν καμιά εκατοστή μέτρα μακρύτερα από τα άλλα δίπλα στη βρύση.
Οι υπόλοιποι έμειναν σιωπηλοί, ο καθένας βυθισμένος μέσα στο σκοτάδι, σκιές ίδιες με την νύχτα, κρεμασμένες ψυχές στην συμπαντική ψυχή.
Έτσι σαν ψυχές τους ένοιωθε ο Ληγόρης, μέσα στην πληρότητα τους, που στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν την γνώριζαν συνειδητά, την υπηρετούσαν όμως, επειδή έτσι όριζε η πρόνοια, και εκείνοι ήταν ενταγμένοι στην φυσική ροή με νομοτέλεια, επειδή ήταν μέρος του γίγνεσθαι και το πίστευαν.
Το ποτάμι της ζωής κυλά και στριφογυρίζει, και ενώ μας φαίνεται ότι όλα αλλάζουν σε κάθε στροφή, στην πραγματικότητα μένουν ίδια, εμείς οφείλουμε να ανανεώνουμε την κοσμοθεωρία της ύπαρξης μας, και να μπορούμε να ταξιδεύουμε τις ψυχές μας μέσα στο χρόνο. 
Γιατί η κίνηση του χρόνου είναι τροχιά κυκλική, όπως οι πλανήτες, οι γαλαξίες και όπως το σύμπαν, και η ζωή , η ιστορία επαναλαμβάνονται, όσο μεγαλύτερη είναι η τροχιά του χρόνου τόσο μεγαλύτερος και ο χρόνος.
Ηλιογυρίσματα απόσπασμα κεφ 1 (Αρτέμιος=Απρίλιος)


ΟΥ ΤΙ ΔΑΝΟΣ