Σάββατο, 11 Ιανουαρίου 2014

Μετακλητή γνωμάτευση.

Το μαύρο μου πουκάμισο, συγχώρα
Που κλαίει την δυνατή σου λεοντή
Δεν έχω άλλο να ξοδέψω τώρα
Μονάχα να ξορκίσω την βροντή

Κρύες λαγόνες, σ΄ άδικη πορεία
Το μάτι τρομαγμένος μαθητής
Δεν ήξερες να βρεις μια ιστορία
Δεν  ήθελα να είμαι πορθητής

Ξένα κομμάτια, ξεσκισμένο στέμμα
Σε κρύα χείλη, πρόστυχα γυρνάς
Πότισες την  ζωή  με τόσο σπέρμα
Και πνίγηκε ο θεός που προσκυνάς

Στα σκέλια, ένα αχόρταγο αιδοίον
Να σέρνει φουκαράδες στο χορό
όσο μετράς, θα είσαι πάντα μείον
Ποιον θα καυλώσεις από τον σωρό

Κι όπως βρωμάς τεκίλα και θειάφι
το βλέμμα σου βαθύ στη διαπασών
σε ροκανίζουν Άρπυιες, και πάθη
δεν βρίσκεις ηρεμία με ντεπόν

Λόγια πουλιά τα παίρνει ο αέρας
χάδια με πληρωμένη αμοιβή
σου ρούφηξε το αίμα ένα τέρας
σου μαύρισε την πέτσα η τριβή

Κανε μου να χαρείς μια διαθήκη
Βρες χώρο να γεννήσεις το κενό
Πόσο να ζεις λυμάτων αποθήκη
Παράτα πια το βρώμικο στενό.

Το χθες ζωγράφισε ένα τραγουδάκι
Στα τόσα χρώματα, διάλεξες το μαβί
Το σήμερα φυτεύει ένα λουλουδάκι
Στις τόσες νότες, τον ιο ειτς αι βι.

Γέμισε η ζωή μας με πουτάνες
Χωρίς διακρίσεις,θηλυκές αρσενικές
Λαχτάρησα να τρέξω σε αλάνες
Δεν περιμένω το αργό διηνεκές


ΟΥ ΤΙ ΔΑΝΟΣ
11/1/2014=10=1