Τρίτη, 14 Ιανουαρίου 2014

Κάποτε ζούσαμε και οι δυο μαζί...



Βγάζεις τα κλειδιά από τη τσάντα
Με μια κίνηση σκουπίζεις τα δάκρυά σου και ξεκλειδώνεις την πόρτα
Σκοτάδι
Ανοίγεις το φως και σε τυφλώνει
Το κλείνεις αμέσως
Έτσι κι αλλιώς ξέρεις πως είναι τοποθετημένα τα έπιπλα
Με την αίσθηση μιας γάτας, μιας μαύρης γάτας όπως και το σκοτάδι γύρω, σου κατευθύνεσαι στο σύνθετο
Πιάνεις ένα μπουκάλι κρασί
Λευκό ξηρό, το αγαπημένο σου
Παίρνεις και ένα ποτήρι και το ανοιχτήρι
Κάθεσαι στο γραφείο σου
Δεν είσαι πολύ καλά
Τα τελευταία του λόγια σαν καρφίτσες στην καρδιά σου..
«Μήπως θέλεις να χωρίσουμε;»
-Όχι! Και βέβαια όχι! , φωνάζεις στους τέσσερις τοίχους
Αλλά τώρα είναι αργά..
Έπρεπε να το πεις όταν ήταν η ώρα
Είχες πάντα ένα θέμα με το timing
Πάλευες να το φτιάξεις
Αλλά απ’ ότι φαίνεται δεν τα κατάφερες..
Και τώρα είσαι μόνη, σε ένα άδειο σπίτι
Στο σπίτι που κάποτε ζούσατε και οι δυο μαζί..
Και είσαι μόνη..
Ανοίγεις το μπουκάλι
Βάζεις μια γενναία ποσότητα στο ποτήρι σου
Το πίνεις μονομιάς
Δεύτερο γέμισμα
Πάλι το πίνεις μονορούφι
Διψάς
Αλλά όχι από τη ζέστη, κι ας είναι μέσα καλοκαιριού
-Αυτός χάνει.. Ναι ναι.. Δεν έχει καταλάβει τι έχασε..
Κι όμως, εσύ τον έχεις χασει..
Εδώ και πολύ καιρό
Πάλευε να σου πει ότι κάτι δεν πάει καλά στη σχέση σας
Μάλλον όχι απλά κάτι.. Πολλά..
Και εσύ δε άκουγες
Επαναπαύτηκες
Και την πάτησες
Και τώρα είσαι μόνη
Σε ένα άδειο σπίτι που κάποτε ζούσατε και οι δυο μαζί..
Γεμίζεις ξανά το ποτήρι σου, για τρίτη φορά
Πίνεις μια γεναιόδωρη γουλιά
Το αλκοόλ αρχίζει να σε χαλαρώνει
Ανακάθεσαι στην καρέκλα σου
Και αναρωτιέσαι: «Τί έκανα στραβά;»
Δεν βρίσκεις άκρη
Πίνεις δεύτερη γουλιά, από το τρίτο το ποτήρι
Και το καταλαβαίνεις..
-Έχει άλλη! Δεν το πιστεύω, έχει άλλη!
Τρελαίνεσαι
Το σπίτι δε σε χωρά
Δεν θες να μείνεις άλλο εδώ μέσα
Εδώ που κάποτε ζούσατε και οι δυο μαζί
Αρπάζεις την τσάντα σου και φεύγεις
Θες να βγεις έξω
Δε θες να είσαι κλεισμένη
Περπατάς σαν τη χαμένη
Ο κόσμος γύρω σου χαρούμενος, χαμογελά και γελάει
Θες να δεις σε όλους να τους κόβεται το γέλιο μαχαίρι..
Αλλά κρατιέσαι
Και φτάνεις στο μπαρ
Εκεί που είχατε πρωτογνωριστεί
Βγάζεις ένα τσιγάρο από την τσάντα σου και το ανάβεις
Ο καπνός στο στήθος σου σα να σε ηρεμεί
Για λίγο
Παραγγέλνεις ένα ποτό
Το γνωστό
Με πάγο
Δεύτερη τζούρα από το τσιγάρο
Λίγη ακόμη γαλήνη
Τρίτη
Και έφτασε και το ποτό
Πίνεις μια γουλιά
Το αλκοόλ σε αναταράσσει, σαν το κύμα τη βάρκα του ψαρά
Δε σε χαλάει αυτό
Πίνεις και δεύτερη γουλιά
Το ευχαριστιέσαι..
Μέσα από τον καθρεύτη που είναι στον τοίχο, παρατηρείς κάποιον να σε κοιτάει
Έντονα..
Σχεδόν σε γδύνει με τα μάτια του
Δεν είναι και κάτι αξιοπερίεργο
Έτσι κι αλλιώς είχες βάλει τα δυνατά σου να γίνεις μια κούκλα γι απόψε
Για να γιορτάσετε την επέτειο των πέντε χρόνων
Και τι κατάλαβες;
Μόνη στο μπαρ που γνωριστήκατε, να καπνίζεις και να πίνεις
Πίνεις κι άλλο
Τέταρτη γουλιά, τέταρτη κι η τζούρα από το τσιγάρο..
Ο τύπος συνεχίζει να σε κοιτάει
Καταλαβαίνει ότι τον παρατήρησες
Κι έρχεται προς το μέρος σου
«Χριστέ μου, δεν έχω καθόλου όρεξη τώρα..», σκέφτεσαι
-Χαίρεται
-Γειά
-Σε παρατήρησα από τη στιγμή που μπήκες..
-Ναι
-Δε σε έχω ξαναδεί εδώ
-Έχω καιρό να έρθω
-Μάλιστα..
«Παναγία μου, κάνε να ξεκουμπιστεί..»
-Και.. Το ονοματάκι σου;
-Δεν είναι ανάγκη να το μάθεις
-Κατάλαβα
«Μάλλον όχι»
-Ντροπαλή ε;
-Βασικά όχι
-Άλλά;
-Έχω τα νεύρα μου, κατάλαβες τώρα;!
-Καλά καλά, κατάλαβα. Και είναι κακό να σου κάνω λίγη παρέα για να σου περάσουν;
«Α! Αυτό δεν είναι κακό.. Να πω κι εγώ τον πόνο μου που τόσο με καίει..»
-Κοίτα, συγγνώμη.. Συνήθως δεν είμαι τόσο στρίγγλα, απλά σήμερα δεν είμαι και στα πολύ καλά μου
-Δεν υπάρχει πρόβλημα. Σε όλους συμβαίνει. Λοιπόν; Θες να σου κάνω παρέα για τώρα;
-Ναι, εντάξει
Και κάθεται δίπλα σου
Και σε ρωτάει λίγα πράγματα για τον εαυτό σου
Του απαντάς
Ως ένας «σωστός ψυχολόγος» δε σε διακόπτει και σε ακούει με περισσεία προσοχή
Και συνεχίζεις να του μιλάς
Του λες για το πως γνωριστήκατε, την πρώτη σας φορά, όταν αποφασίσατε να συζήσετε
Και αυτός απλά σε ακούει
Και γνέφει καταφατικά σε ό,τι του λες
Μάλλον δε γνέφει
Σε κοιτάει εξονυχιστικά
Από πάνω ως κάτω
Περιμένει την τέλεια στιγμή για να σε ξελογιάσει
Έτσι κι αλλιώς κι αυτός σαν όλους τους άλλους είναι
Ένας καιροσκόπος
Ένας εκμεταλευτής
Και περιμένει
Όπως ο κηνυγός το θύραμα
Όπως η γάτα το ποντίκι και ο αετός το φίδι
Και νομίζει πως τη βρήκε τη στιγμή
-Θες να πάμε μια βόλτα από τη θάλασσα να ξεχαστείς; Ο ήχος του κύματος θα σε χαλαρώσει..
-Και δεν πάμε; Έτσι κι αλλιώς το σπίτι δε με σηκώνει τώρα..
Πληρώνετε και φεύγετε
Ευτυχώς που η παραλία είναι κοντά και δεν χρειάζεται να οδηγήσει κανείς
Έτσι κι αλλιώς, στο ίδιο αυτοκίνητο με ένα ξένο που μόλις γνώρισες δεν μπαίνεις
Δεν είσαι τέτοια
Η σκέψη σου είναι ακόμη στη σχέση σου
«Γιατί να τελειώσει έτσι; Σήμερα υποτίθεται ότι θα μου έκανε πρόταση γάμου.. Όχι το αντίθετο..»
Φτάνετε σε ένα περίπτερο
Αγοράζει δυο μπουκάλια μπύρες
Ένα για σένα κι ένα για ‘κείνον
Κάθεστε σε ένα βράχο
Συνεχίζεις να του λες τον πόνο σου
Πια δε σε ακούει καθόλου
Πίνει την μπύρα του και σε κοιτά επίμονα
Μια σταγόνα ιδρώτα κυλά από το δεξί του κρόταφο
Δεν είναι σίγουρο ότι είναι από τη ζέστη
Πίνει κι άλλη μπύρα
Ξεκουμπώνει το πάνω κουμπί του πουκαμίσου του
Δεν έχεις καταλάβει ακόμη τίποτα
Είσαι στον κόσμο σου
Σε εκείνο τον κόσμο πριν από το αποψινό βράδυ
Τότε που ήταν όλα καλά
Ξεκουμπώνει κι άλλο κουμπί
Πίνει κι άλλη μπύρα
Εσύ συνεχίζεις να μιλάς
Δεν έχεις καταλάβει τίποτα
Πια σε κοιτά σα το παιδί το γλυκό στο βάζο
Παλεύει να κρατηθεί
Δεν είναι ακόμη η ώρα
Δεν είναι ακόμη έτοιμη..
Και ξαφνικά, πάνω σε μια βαθιά ανάσα σου για να συνεχίσεις σε αρπάζει από τα χέρια και σε πιέζει
Ξαφνιάζεσαι
-Τι κάνεις;! , του φωνάζεις, Άσε με!
Σε αναγκάζει να ξαπλώσεις ανάσκελα
Αρχίζεις να φωνάζεις
Σου κλείνει το στόμα
Τρομάζεις
Τον νιώθεις να σου ανεβάζει τη φούστα
Κλωτσάς με όλη σου τη δύναμη
Άδικος ο κόπος
«Όχι, όχι κι αυτό σήμερα.. Δεν θα το αντέξω!»
Παλεύεις να φωνάξεις, ο λαιμός σου γδέρνεται
Αλλά ήχος δε βγαίνει
Του δαγκώνεις τα δάχτυλα
Σε χαστουκίζει
Ξανακλωτσάς τίποτα
Είναι πολύ δυνατός
Με το ελεύθερό του χέρι ξεκουμπώνει το παντελόνι του
Γουρλώνεις τα μάτια και τον κοιτάς
Δε σου δίνει καμιά σημασία
Θέλει να σε γλεντήσει και μετά να σε πετάξει
Όπως ο καπνιστής το άδειο του πακέτο
Ο μπεκρής το άδειο του μπουκάλι
Το μπουκάλι..
Το μπουκάλι σου
Είναι ακόμη στο δεξί σου χέρι
Το μπουκάλι σου
Πως δεν το σκέφτηκες τόση ώρα;
Με μια κίνηση σπας στο βράχο τον πάτο και του καρφώνεις τα απομεινάρια στο λαιμό
Τον ακούς να ουρλιάζει
Το ξανακάνεις
Και δεύτερη και τρίτη και τέταρτη φορά
Έχεις θολώσει
Μα γιατί να στο κάνει αυτό;
Γιατί όλοι οι άντρες να πρέπει να είναι καθίκια;
Και τον ξανακαρφώνεις
Για πέμπτη φορά
Αυτή τη φορά στην κοιλιά
Δε σε νοιάζει που το αίμα του τρέχει στο χέρι σου
Έχεις θολώσει
Σε κοιτά με βλέμα απορίας
Οι ρόλοι αντιστράφηκαν
Τώρα εσύ κάνεις κουμάντο
Εσύ έχεις το πάνω χέρι
Και του ξανακαρφώνεις το σπασμένο μπουκάλι στην κοιλιά
Απλώνει τα χέρια του μπροστά σου σα να προσπαθεί να προστατευτεί
Ε και;
Του κλωτσάς τα πλευρά με όλη σου τη δύναμη
Ο ανατριχιαστικός ήχος που κάναν τα πλευρά του όταν έσπασαν σου περνά απαρατήρητος
Τον ξανακλωτσάς
Αίμα αρχίζει να βγαίνει από το στόμα του
Στο μυαλό σου τα χαρακτηριστικά του προσώπου του είναι αλλιώς
Όπως του άλλου
Εκείνου του καθάρματος που σε παράτησε
Που βρήκε άλλη
Που σε άφησε μόνη
Σε ένα άδειο σπίτι που κάποτε ζούσατε και οι δυο μαζί..
Ο «άλλος» πλέον είναι ξαπλωμένος αναίσθητος κι αιμόφυρτος στα βράχια
Και του δίνεις το τελειωτικό χτύπημα
Με όλη σου τη φόρα του πατάς το κεφάλι
Και ξαφνικά γαλήνη
Βαθιά ανάσα
Τραβάς τα μαλλιά που πέφτουν στο πρόσωπό σου
Τον πιάνεις από τα πόδια
Δεν πρέπει να αφήσεις στοιχεία
Τον τραβάς και τον οδηγείς προς το νερό
Αν όλα πάνε καλά, δε θα σε ψάξει κανείς
Θέλει θετική σκέψη
Χωρίς πολύ κόπο τον ρίχνεις μες τη θάλασσα
Μαζί του ρίχνεις και ότι έχει απομείνει από τα μπουκάλια σας
Τέλος
Και πολύ ασχολήθηκες με τον τυπά
Αυτό για παραδειγματισμό
Αρκετά έχεις ανεχτεί από τους άντρες
Τέλος
Και γυρνάς σπίτι
Στο δρόμο κανείς
Ευτυχώς
Πως να δικαιολογήσεις τα αίματα στη μπλούζα, τη φούστα και τα χέρια σου;
Το σπασμένο τακούνι που του άφησες για σουβενίρ;
Έφτασες
Βγάζεις τα κλειδιά από τη τσάντα
Με μια κίνηση σκουπίζεις τον ιδρώτα σου και ξεκλειδώνεις την πόρτα
Σκοτάδι
Ανοίγεις το φως και σε τυφλώνει
Το κλείνεις αμέσως
Έτσι κι αλλιώς ξέρεις πως είναι τοποθετημένα τα έπιπλα
Με την αίσθηση μιας γάτας, μιας μαύρης γάτας όπως και το σκοτάδι γύρω, σου κατευθύνεσαι στο γραφείο
Εκεί βρίσκεται ακόμη το ποτήρι σου και το μπουκάλι κρασί
Λευκό ξηρό, το αγαπημένο σου
Το κρασί που σου είχε πάρει δώρο στο ταξίδι σας στο Παρίσι
Κάθεσαι στο πάτωμα
Και κοιτάς το μπουκάλι που είναι πάνω στο γραφείο
Μέσα του αχνοφαίνεται η μορφή του
Πίνεις μια γεναιόδωρη γουλιά
Και σκέφτεσαι:
«Αυτό το μπουκάλι είναι για κείνον»

Kαι χαμογελάς..


DEMI NAK
14/1/14