Πέμπτη, 14 Αυγούστου 2014

Λάμπα

Λάμπα

Θα σαρκάζω δήμιε μου την αγχόνη, μαρτυρία του Ιώβ να υπομένει,
η ψυχή μου  με αόρατους με δένει, αψηφάει τη θηλεία και περιμένει.
Στα κουρέλια σου τυλίγω τον ζητιάνο, μια κατάρα αδιόρατα κρυμμένη,
κρύα πλήκτρα, σ ένα ματωμένο πιάνο, μια κρεμάλα επιδέξια στημένη.

Αγναντεύω στου μυαλού μου τα λιβάδια, τι αλλάζει τα αρνιά από τα γίδια,
αστερίες βουτηγμένοι σε σκοτάδια, να γυρεύουνε διαμάντια στα σκουπίδια.
Δυο βιβλία μοναχά και μία λάμπα, στου κορμιού τα ξεχασμένα  αποκαΐδια,
τρέμει ο νους φυλακισμένος πάντα, και πεθαίνει η ψυχή με τα στολίδια.

Δεν τρομάζω δήμιε μου στην μορφή σου, από μέσα σε γνωρίζω εφιάλτη
είμαι ο γύφτος που κτυπούσε το καρφί σου, ένα φύλο ιερό σε μια άλτη. 
Είδωλο σ ένα  καθρέφτη μακελάρη, οπτασία μισητή που σε διαβάζει,
μ οδηγό μου ένα μαύρο καβαλάρη, υποζύγιο το νου, κεντρί να στάζει.

Καίει η λάμπα μοναχή της κάθε βράδυ, σαν γραφή συλλαβική φωτίζει,
παίρνει δύναμη και γνώση στο σκοτάδι, σπέρνει δόντια η αυγή ανθίζει.
Καίει η λάμπα σε γωνιά η σε ευθεία, αδιακρίτως και χλωρά και ξεραμένα,
να φοβάσαι που φτιαχτήκαν με σοφία, που δεν έμειναν αιώνια κρυμμένα.

Μία λάμπα κι ο θεός το τρίτο μάτι, να γεμίζει ουρανούς με την πνοή του
Νέμεσις για το καρότσι του σακάτη, κολυμβήθρα Σιλωάμ του παραλύτου.
Μία ράμπα, και ο άνθρωπος ιδέα, τρομαγμένη τριγυρνά όπως τ αγρίμι,
χούφτες χώμα, μια μαύρη ορχιδέα, συνοδεία ο ψαλμός σου για την μνήμη.

ΟΥ ΤΙ ΔΑΝΟΣ
14/8/2014=20=2
7/12/2014=17=8