Τετάρτη, 4 Ιουνίου 2014

Ανάθημα στην πεταλούδα του Ιονίου

Και πέρασε ο καιρός, όπως οι πολλοί νομίζουν και άλλαξαν οι μέρες με τις νύχτες στην αέναη εναλλαγή, με του Ήλιου τα αιώνια γυρίσματα.
Κατακάθεται ο κουρνιαχτός και σκεπάζει τα φύλα μέχρι την πρώτη βροχή.
Και πάλι όταν έλθει αυτή, κατρακυλάει η λάσπη, και τα θολά ποταμάκια που μάτι ανθρώπου δεν τα βλέπει βρομίζουν τον χιτώνα μας.
Καμιά απολύτως σημασία δεν έχει το ορατό, ένα φίδι που χτυπιέται στα αγκάθια του σκαντζόχοιρου μέχρι να τελειώσει.
Τίποτα δεν μου λέει το σήμερα, ο τόπος και ο τρόπος,
Τίποτα δεν ακούω από το παρελθόν, ένας θόρυβος που έγινε χωρίς την άδεια μου, μια μουσική που εξελίχθηκε χωρίς να συμμετέχω στην ορχήστρα, με στόχο να πεθάνει.
Τίποτα δεν βλέπω στο μέλλον, μια ρετουσαρισμένη εικόνα που δεν ξέρει να κρύβει η ανόητη τα στραβά της μοτίβα, και τα ψεύτικα χρώματα.
Νοιώθω όμως… νοιώθω εσένα σε όλο σου το μεγαλείο..
Στων αγγέλων τους δρόμους, και στους άγραφους νόμους, αυτό που μας ενώνει είναι μόνο μια σταγόνα… ένα δάκρυ χαράς που τρέχει!
Μόνο ψηλά, σαν άνεμος σου πάει… Μόνο βαθιά, σαν του θεού την αδελφή σου πρέπει… σε τόπο φωτεινό με αγάπη τον δικό μου δρόμο μέχρι τότε να ορίζεις.
Διαβάζω το τότε, μετράω το μέχρι, και βρίσκω γνώση και σκοπό, γιατί έχουν αλλάξει πολλά.
Το περιτύλιγμα φθαρμένο, φανέρωσε την δύναμη της ψυχής και την αξία της αγάπης, ξεπερνώντας τον θάνατο.
Έκλεισε η πόρτα τότε, σκοτάδι παντού… έκλεισε με θόρυβο δυνατά και από το ρεύμα άνοιξε η πύλη…
Και βρεθήκαμε…
Θυμάμαι σε στάση εμβρυακή στο αριστερό μου πλάι να νοιώθω την ανάσα σου… που ήθελε ταξίδι να με πάρει, ένα ταξίδι αλλιώτικο δικό σου, χάρη για το ταξίδι που αθέλητα σε βοήθησα να κάνεις.
Και βρέθηκε ο τρόπος, εγώ ΕΔΩ, και εσύ ΕΚΕΙ, το δρόμο να μικραίνουμε να βρίσκουμε της επαφής την ευλογία.
Δεν είναι κρίμα, και δεν είναι άδικο, να περπατούν οι «ζωντανοί» με τους «αποθαμένους», είναι οι αδελφές ψυχές.
Όσα κομμάτια και να γίνουν όπου κι αν είναι…. Είναι ένα.
Μάχη πια δεν υπάρχει ούτε κουρνιαχτός, υπάρχει μόνο θαλπωρή, που με ζεσταίνει, και την ζεστασιά που μου χαρίζεις δώρο την κάνω όπου η μοίρα θα μου δείξει..
Λύθηκαν τώρα τα δεσμά της ύλης, και ερμηνεύω όσο μπορώ εκείνα που μου δείχνεις, πότε με το σκοτάδι ποτέ με το φώς, πάντα στον ίσκιο του Ταΰγετου που σε αγκαλιάζει, και που νοιάζεται για μένα.
Της Μάνης μας το φώς, που μόνο λίγοι βλέπουν ρούχο το έπλεξες και φόρεσα κατάσαρκα, ποτέ του δεν θα βγει μονάχο, μα με τις σάρκες μου σ΄ εκείνο κολλημένες.
Αιώνια πεταλούδα, σε βλέπω στα λουλούδια σου που τριγυρνάς, και σε μυρίζω στα δροσάτα πέταλα τους.
Χάνομαι στα δικά σου μονοπάτια, στα αλώνια της αλήθειας, και στις παραλίες της αγάπης.
Ξετυλίγομαι αέρας σε ακρογιαλιά και βουνά, σε πύργους και σε πολιτείες μαγικές, και δεν βουρκώνουν πια τα μάτια μου, αν και θνητός με θέωσες, θεά και Σύ, και τα ανθρώπινα μπορώ να τα ελέγχω.
Δεν μου έλειψες ποτέ, και είναι αλήθεια, είσαι κομμάτι της ψυχής μου, και ο Άγγελος που με καθοδηγεί και με φροντίζει.
Ξέρω πώς είσαι ΕΚΕΙ, σε μέρος όμορφο λουλουδιασμένο, σε θρόνο καθισμένη, με τους Δικούς μου όπως ήθελες.
Ξέρεις πως είμαι ΕΔΩ, σε μέρος που το φτιάχνω με λουλούδια, δίπλα σε ότι αγάπησες, μόνος γιατί αγάπη και αλήθεια όσο κι αν ψάχνω δεν τα βρίσκω.
Δεν κάνω πια ταξίδια μακρινά τα καλοκαίρια, μα μου λείπουν.
Κάνω ταξίδια του μυαλού, ονειροβάτης μόνο τις νύχτες για να βρίσκω εκείνα που μονάχα εσύ μου δείχνεις.
Κορώνι και κορώνα μου, σε πήρα αγκαλιά με το φεγγάρι να φωτίζει τα σκοτάδια, και με οδήγησες στο φώς της μέρας.
Σε πήρα αγκαλιά και σου έδειξα τον δρόμο, τον ελεύθερο… με κράτησες από το χέρι και με κρατάς να μην χαθώ, μέσα στα τόσα μονοπάτια της ομίχλης.
Ανάγκη σου το πέρασμα στο φως, κι ανάγκη μου να έχω ένα κερί μες΄ το σκοτάδι.
Πέρασε ο χρόνος, και πέρασαν οι πληγές, μπορεί και νάταν όλα μια στιγμή, μπορεί ακόμα και πληγές να μην υπήρχαν.
Πέρασε και του κόσμου η περίεργη ματιά, μπορεί και κόσμος πια να μην υπάρχει, μπορεί ακόμη και τυφλός να μπουσουλάει.
Πέρασαν και τα λόγια, και σκορπίστηκαν στον αέρα, μπορεί ο αέρας να σαι Εσύ, και Εγώ, και δεν υπάρχουν σίγουρα τα λόγια, να εκφράσουν αυτό το μεγαλείο…. και το θαύμα!
Έμεινε μοναχά το δέσιμο που μας κρατά, χαλαρό αόρατο και αιώνιο.
Έμεινε μοναχά το βλέμμα σου στο βλέμμα μου…
Έμεινε όμως και ο ήλιος μας, το φεγγάρι μας, και η θάλασσα μας..      

Αχ…αυτή η θάλασσα…...
Θα τα ξαναπούμε…
….Γούτς

ΟΥ ΤΙ ΔΑΝΟΣ
4/6/2014=17=8