Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2013

Αρμαγεδδών η μεγάλη θλίψη!

Στου γερακιού το γκρίζο  φτεροκόπημα,
Στης μαύρης πέτρας το σκληρό τομάρι
Ίσκιος ο θάνατος σαν κάνει πραξικόπημα
Φουρνέλα κούφια ξεριζώνουν το νταμάρι

Στης μάνας το βυζί πικρά γαβγίσματα
Στην πλάτη του κορμιού γλυκά μαχαίρια
Βγάζει η βρύση λασπονέρι  στα γυρίσματα
Και στο σεκόντο της ζωής βρώμικα χέρια

Άργησε να γυρίσει ο φευγάτος μοναχός, σ’ άδειο λαγούμι  ματωμένος  σπαρταράει
Κράτησε η νιότη ότι γύρευε να βρει, πουλήθηκε  η ζωή κι όμως  δεκάρα  δεν φτουράει
Χτύπα με λύσσα γιε του λίβα, κόρη του χιονιά, κόψε λαιμούς,  στήστε αγχόνη στις ελπίδες
Σπείρε το φόβο άρχοντα της Γης, μάννα της λύπης, στρώσε βρώμικα σεντόνια στις κερκίδες

Στης πόρνης, τις λαγόνες ερωτεύεται
Του νταβατζή η ξοφλημένη πελατεία
Μέρα την μέρα, το σταμνί ξεραίνεται 
και πλημμυρίζει την ψυχή η  αλητεία.

ΟΥ ΤΙ ΔΑΝΟΣ

30/10/2013=10=1 Αρχή&Τέλος 

Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2013

Σαν σταγόνες της βροχής..


Στις χώρες της ανατολής, στις θαλασσες της δυσης
μικρές νεράιδες των νερών, και ξωτικά της φύσης,
σε  μονοπάτια τ’ ουρανού, σε κρυσταλλένιες σφαίρες,
τύλιγαν νήμα μεταξιού, στις νύχτες και στις μέρες

Της Σπάρτης οι πορτοκαλιές, μύρισαν την πνοή σου
άγγιξαν την αγάπη σου, μεθύσι  απ το κρασί σου.
Στο περιβόλι σου έγειραν, και μέσα στα λουλούδια
άγγελοι ψέλναν πασχαλιάς ερωτικά τραγούδια

Στα χείλη σου τα ρόδινα, που νέκταρ αναβλύζουν
εφτά  ψυχές τα μάτια μου, μιλάνε η δακρύζουν.
Κρεμάστηκαν, και χάθηκαν σε άγνωστες πατρίδες
μια στάζουν αίμα, μια νερό, σε σταύρωση ελπίδες

Σε θέλω στο θαλασσινό ταξίδι μου στ’ αστέρια
θαλασσοπούλι, να πετάς ελεύθερα κ’ αιθέρια.
Σε θέλω πάνω στ’  άλμπουρο  επτάφωτη σημαία
φάρο τις νύχτες τις μακριές, μ’ αναλαμπή μοιραία.

Να γίνω βράχος, στην ακτή, πετράδι στο βυθό σου
λιβάδι στην ικμάδα σου, Ήλιος για τον ανθό σου.
Να σαι ανάσα του βοριά, του νότου γλυκομπάτης
η αύρα σου αγάλματα, και το κορμί σου αχάτης.

Κι όταν θα έρθει έρωτας, τα μάγια του να λύσει
ρόδα θα στρώσω να λουστεί, και κρίνα να φιλήσει.
Σαν την σταγόνα της βροχής, μαλαματένιο δάκρυ
σε φλογισμένα μάγουλα, πόθος στου νου την άκρη.

Σε μαγεμένη αμμουδιά, που η θάλασσα γλυκαίνει
σε δάσος νεραιδόφυτο που Ήλιος δεν το παίρνει
της ηδονής ο  βασιλιάς, του φεγγαριού τα πάθη
εστησαν έρωτα κρυφό, στης θάλασσας τα βάθη.

Τα βρεγμένα φιλιά σου θα κρύψω, σε σταγόνα βροχής φλογισμένη.
Κι όταν βρέχει θα βλέπω στο τζάμι μια καρδιά που γλυκά ανασαίνει
Τα βρεγμένα φιλιά σου θα ανάψω, σε λυχνάρια φλογίτσες να καίνε
Και τις νύχτες θα ακούω τ’ αστέρια σ΄αγαπώ τρυφερά να μου λένε.

ΟΥ ΤΙ ΔΑΝΟΣ
22/10/2013=11=2=1+1

Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2013

Σβήνουν τ΄αχνάρια μας στην άμμο…

Αύρα μου μεταξένια, κόρη του βοριά
Κράτα μια τούφα από το μαγεμένο χώμα
Στάξε ανάσες, να ραγίζουν τα κλαριά
Σκέψου, η ομορφιά δεν χάθηκε ακόμα

Χρυσό του Ήλιου, μάλαμα του φεγγαριού
λίγοι μπορούν να γράφουν στην ψύχη σου
αχνοπερπάτημα στην άψη του μεσημεριού
Μύρο της θάλασσας τυλίγει την μορφή σου

Μ’ Ουράνιο χρώμα, βελουδένιες πινελιές
Ζωγράφισαν δυο μάτια, σε ξανθό λιβάδι   
Έσταζαν μέλι, λουλουδένιες πασχαλιές
Στο μαγεμένο δάσος σου, θλιμμένο χάδι

Κίτρινο κρίνο ανθισμένο, σε έρημη ακτή
Που να αγκαλιάσει δεν μπορεί το κύμα
Ξεθωριασμένα, λόγια αγάπης σε χαρτί
Θάλασσα, άμμος, δεν μας βγάζουν ρίμα.

Ένα μπουκάλι, που για χρόνια ταξιδεύει
Καράβι ακούρσευτο, με ρότα πελαγίσια
Μέσα ο έρωτας, καυτή ανάσα, που γυρεύει
Να φτάσει στον βυθό του νου, παλικαρίσια  
  
Κι αν  είναι η θάλασσα, ψυχή χωρίς κορμί
Αν το φεγγάρι, παιχνιδίζει στο σκοτάδι
Θα βρει η νύχτα, και τα αστέρια αφορμή
Παράδεισος να γίνει το λιμάνι ένα βράδυ.

Αχνάρια που χαράχτηκαν στην άμμο, τα έσβησε το κύμα.. 
Κεριά σβησμένα, ταξιδεύουν το πρωί.
Μέρες που σπαταλήθηκαν στο χθες, τις έπνιξε το κρίμα 
Ψυχές χαμένες κοροϊδεύουν την ζωή. 

ΟΥ ΤΙ ΔΑΝΟΣ
16/10/2013

Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2013

Κάνω στ΄ αστέρια προσευχή


Καθρεφτισμένη στα λευκά που λαχταράς,
Της μοίρας τα βιβλία, πέπλα λουλουδένια
Τινάζει το δροσάτο αγέρι, πέταλα χαράς
Και ταξιδεύεις σ΄ ακρογιάλια μεταξένια.

Κρατούσα την ιδέα μου ζεστή, χωρίς φωτιά
Βαθειά στο σπήλαιο του Πλάτωνα κρυμμένη.
Δεν χρειάστηκε ποτέ να γράψω σε χαρτιά
Μικρή νεράιδα, στο μυαλό φυλακισμένη

Ανθρώπου μάτι, δεν την άγγιξε ποτέ θαρρώ
της έπλεκε η γη, λουλουδιασμένα υφάδια.
Στο στήθος της ξεχείλιζε κατάλευκο μωρό,
αέρινη, έρως και φως,  ανάσα μου τα βράδια.

Μακριά απ του χρόνου την θανατική πνοή
τα μάτια μου κοιτούσαν ίσια, στο φεγγάρι
η αύρα μου ψιθύριζε, βραχνά χωρίς φωνή,
έκρυψε η νύχτα, δυό σταγόνες κεχριμπάρι.

Σαν άνοιξε, στο χρόνο μια ρωγμή,
έγραψα «σε γυρεύω», άγγελέ μου
διάβασε η ανατολή, κούφια στιγμή,
έκλεψε το διαμάντι, στο κολιέ μου.  

Τώρα  στ΄ αστέρια, κάνω προσευχή,
ν΄αργεί ο ήλιος το πρωί, παρακαλάω,
το τέλος μου να σκιάζει την αρχή
του χρόνου τα καπρίτσια να χαλάω.
  
Κράτα τ’ αστέρι τ΄ουρανού τώρα που η νύχτα φεύγει,
κράτα το φως του πάντοτε, για φυλαχτό χαρά μου.
Να με φωτίζεις μάτια μου, γλυκά να με μαγεύει
ζεστό λυχνάρι τις βραδιές, να ζούνε τα όνειρα μου

Ου τι δανος
12/10/2013=9 τελείως τέλειο 

Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2013

Ρωμαίος & Ιουλιέτα


Εκείνη έτρεχε
Πάντα έτρεχε
Όχι για να γυμναστεί..
Όχι..
Δεν την ενδιέφερε αυτό
Έτρεχε πάντα για τους άλλους
Για τους γύρω της
Τους γνωστούς της
Τους παντελώς αγνώστους
Για όλους όσους την έχουν ανάγκη
Και είναι πάρα πολλοί
Σε κάθε γωνιά υπάρχει και άλλος
Γι αυτό κάθε πρωί πριν φύγει για τη δουλειά, πήγαινε μια βόλτα από το φούρνο
του κυρ. Γιώργου
Του είχε ζητήσει να της κρατάει όλα τα χθεσινά ψωμιά που δεν πουλήθηκαν για εκείνη
Τα έπερνε μισοτιμής και ακόμη πιο λίγο
Και στο δρόμο της προς τη δουλειά, τα μοίραζε στους «προστατευόμενούς» της
Την έχουν ανάγκη
Γι αυτό και τρέχει για αυτούς
Συνέχεια
Καθημερινά
Πρωί και βράδυ
Πρώτη και στα συλλαλητήρια και τις πορείες
Πρώτη και στις επαναστάσεις, τις εξεγέρσεις και τους ηρωισμούς
Γιατί αν δεν τρέξει αυτή για εκείνους, ποιος θα τρέξει;
Για όλους αυτούς τους ανυπεράσπιστους, εκείνη έτρεχε..

Μια μέρα αποφάσισε για ένα βράδυ να τρέξει για εκείνη
Μια συνάδελφος την έπεισε να πάνε σε ένα πάρτι
Κι έτσι κι έκανε
Για ένα και μόνο βράδυ να τρέξει για εκείνη
Ένιωθε μεγάλη μοναξιά κι ας περιτριγυριζόταν από κόσμο
Γι αυτό έβαλε τα δυνατά της να γίνει μια κούκλα
Το ωραίο της φόρεμα, τα καλά της σκουλαρίκια, τα ψηλοτάκουνα παπούτσια

Στο πάρτι δεν πέρναγε και πολύ καλά
Δεν ήξερε κανένα
Και η συνάδελφός της είχε πιάσει την κουβέντα με τους παλιούς συμμαθητές της
Δεν είναι ότι ήταν αντικοινωνική, απλά πάντα οι κοινωνικές συναθροίσεις την έφερναν σε αμηχανία
Έτσι πήρε το ποτό της και κάθισε σε μια καρέκλα στην άκρη της βεράντας

Ήταν δεν ήταν πέντε λεπτά που αναλογιζόταν τι δουλειά έχει εκείνη στα πάρτι
Εκείνη ήταν για να τρέχει
Για τους άλλους
Πάντα για τους άλλους
Ποτέ για εκείνη
Και ξαφνικά ακούει μια φωνή να της μιλάει

-Βαρετά πολύ εδώ μέσα, ε;
Γυρίζει για να δει ποιος της απευθύνει το λόγο
Και γουρλώνει τα μάτια
Ένας πολύ ωραίος άντρας, μελαχρινός, με σμαραγδένια μάτια και το πιο φωτεινό χαμόγελο που είχε ει ποτέ της
-Ε.. όχι.. δεν.. ε.. μπα.. δεν είναι..
-Καλά, άσε τα ψέματα. Εγώ πάντως έχω βαρεθεί πολύ. Δεν ξέρω κανένα. Ο φίλος μου με έπεισε να έρθουμε μαζί και δεν έχει σταματήσει να μιλάει με μια συμμαθήτριά του.
-Εκείνη με τη μπλε μπλούζα λες;
-Ναι!
-Χαχαχαχαχαχαχα! Αυτή είναι η δικιά μου φίλη που με έφερε εδώ!
-Κοίτα σύμπτωση.. Ε, μάλλον είναι μοιραίο να περάσουμε τη βραδιά μαζί, μιας και οι «συνοδοί» μας μας παράτησαν για να τα βρουν μεταξύ τους..
-Ίσως..
-Και για πες..

Και ξεκίνησαν να μιλούν
Και να ξεδιπλώνουν τις πτυχές της ζωής τους
Και να λένε αυτά που τους αρέσουν
Και αυτά που τους ενοχλούν
Θεέ μου, πόσο ταίριαζαν..
Δύο αδελφές ψυχές που συναντήθηκαν τυχαία σε ένα πάρτι

Κάθε φορά που τον κοιτούσε βαθιά σ’ αυτά τα σμαραγδένια μάτια, ένιωθε να ανατριχιάζει
Κάθε φορά που της χαμογελούσε, ένιωθε να κοκκινίζει σα μικρό κοριτσάκι
Το ένιωθε..
Ήταν Αυτός
Αυτός που περίμενε τόσα χρόνια
Ο Πρίγκιπάς της
Αυτός που θα έδινε και τη ζωή της για εκείνον
Τον βρήκε

-Πάμε να φύγουμε, της λέει. Πάμε να περπατήσουμε. Έτσι κι αλλιώς οι φίλοι μας δεν θα μας ψάξουν. Τόση ώρα και δεν μας αναζήτησαν καθόλου. Τι λες;
-Πάμε!

Κατέβηκαν στο δρόμο
Κατηφόρισαν προς το πάρκο πιο κάτω
Ένα υπέροχο πάρκο με θάμνους, πεύκα και παγκάκια
Κάθισαν στο κεντρικό παγκάκι και συνέχισαν να συζητούν
Πόσο της άρεσε να τον ακούει..
Είχε ξεχάσει τα πάντα για αυτήν
Δεν την ένοιαζε πια τι έκανε χθες και τι θα κάνει αύριο
Ήθελε να ζήσει στο έπακρο αυτή τη νύχτα
Αυτή τη νύχτα που ήταν αφιερωμένη σε κείνη και όχι στους άλλους
Και αυτό έκανε
Καθώς της μιλούσε για τις σκανταλιές του όταν ήταν παιδί, έσκυψε και τον φίλησε
Απαλά, διστακτικά, σχεδόν αέρινα
Κι εκείνος ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα
Το ίδιο τρυφερά της ανταπέδωσε το γλυκό φιλί της
Σμήνος πεταλούδες πετούσαν στο στομάχι της
Ένιωθε την πίεση του αίματος να αυξάνει και τα αυτιά της να βουίζουν
«Ώστε αυτό είναι; Έτσι νιώθουν οι ερωτευμένοι;» αναρωτήθηκε
-Πάμε, είναι αργά. Θα σε πάω σπίτι σου και αν θες έλα αύριο μετά τη δουλειά από το δικό μου να φάμε μαζί. Θες;
-Και βέβαια θέλω..

Και ξεκίνησαν το δρόμο της επιστροφής
Σε όλη τη διαδρομή την κρατούσε απαλά από το χέρι
Κοιτούσαν και οι δύο τα παπούτσια τους
Σα γυμνασιόπαιδα που βγαίναν στο πρώτο ραντεβού.
Και έφτασαν σπίτι της
Την καληνύχτισε γλυκά φιλώντας στη στο μέτωπο
-Καληνύχτα γλυκιά μου νεράιδα.. Θα σε δω αύριο..

Κι εκείνη δεν κοιμήθηκε στιγμή εκείνο το βράδυ..
Έφερνε στο μυαλό της όλα τα στιγμιότυπα της ονειρικής αυτής νύχτας σα σκηνές από ταινία
Δεν πίστευε πως η Τύχη επιτέλους της χαμογέλασε τόσο πλατιά..
Τόσο πλατύ ήταν και το χαμόγελό της καθώς ξάπλωνε στο κρεβάτι της με το ωραίο της φόρεμα, τα καλά της σκουλαρίκια και τα ψηλοτάκουνα παπούτσια της..

Το πρωινό της ήταν το γνωστό
Στάση στο φούρνο του κυρ Γιώργου, «επίσκεψη» στους «προστατευόμενους», δουλειά
Η συνάδελφός της την αναζητούσε από χθες το βράδυ
-Που στο καλό ήσουν; Σε έψαχνα παντού! Που πήγες; Γιατί έφυγες; Με ποιον; Γιατί;
Και της εξήγησε ότι άθελά της πέρασε την ομορφότερη νύχτα της μέχρι τότε ζωής της!
Συζήτησαν στα γρήγορα το τι συνέβη και την ενημέρωσε για το σημερινό ραντεβού

Τέσσερις η ώρα..
Πρέπει να φύγει να φύγει για να προλάβει
Η διεύθυνση του σπιτιού του την οδήγησε στην Πλάκα
Σε ένα καταπληκτικό διατηρητέο σπίτι
Πόσο της άρεσε αυτή η αρχιτεκτονική..
Τη μάγευε από μικρό παιδί
«Όταν μεγαλώσω τέτοιο σπίτι θα έχω!», έλεγε στους γονείς της
Και σε ένα τέτοιο έμενε Αυτός..

Μεγάλη εισπνοή..
Χτυπά το κουδούνι
Μέσα σε δευτερόλεπτα ανοίγει η πόρτα
Και αντικρίζει αυτά τα σμαραγδένια μάτια να την κοιτάνε λάμποντας συνοδεία του μεγαλύτερου χαμόγελου που έχει υπάρξει επί της Γης
-Καλώς τη!
Απλώνει το χέρι του και την οδηγεί μέσα
-Αυτό είναι το παλατάκι μου. Νιώσε σαν στο σπίτι σου μικρή μου πριγκίπισσα!
Κατευθύνθηκε προς την κουζίνα και αυτή κάθισε στον καναπέ.
«Χριστέ μου τι σπίτι!», σκεφτόταν
Κι όντως, ήταν τέλειο
Ακριβώς όπως το ονειρευόταν από μικρό παιδί
Ίδιο και καλύτερο

-Θες ένα καφέ πριν να φάμε;
-Ναι, θα το ήθελα..
-Έχω έτοιμο γαλλικό. Σ’ αρέσει; Θες μήπως να φτιάξω κάτι άλλο; Έναν εσπρέσο, έναν ελληνικό, ένα φραπεδάκι; Τι προτιμάς;
-Όχι, όχι.. μην σε βάζω σε κόπο.. Ένα γαλλικό..
-Μα δεν είναι κόπος! Πες μου, τι θες;
-Γαλλικό. Μου αρέσει, αλήθεια. Σκέτο.
-Αμέσως!

Της φαινόταν περίεργο το πόσο άνετα και οικείο ένιωθε το χώρο
Παρ’ ότι ήταν η πρώτη φορά που έμπαινε μέσα σε αυτό το σπίτι με κάποιον που πρακτικά ήταν ένας άγνωστος, ένιωθε λες κι έμενε εδώ χρόνια

-Ορίστε! Σκέτος. Όπως τον ζήτησες!

Και κάθισε δίπλα της
Ένιωθε την καρδιά της να χτυπά όλο και πιο δυνατά
Την ένιωθε να ανεβαίνει όλο και πιο ψηλά
Να χτυπά με μανία στο λαιμό της καθιστώντας αδύνατο να πάρει ανάσα
Και να χάνεται στο βλέμμα του, στα δυο αυτά σμαραγδένια μάτια που βλέπαν κατευθείαν μέσα στην ψυχή της και της έλεγαν «είμαι εδώ, δεν πάω πουθενά, θα είμαι πλάι σου»
Και πάνω στην προσπάθεια να ξεροκαταπιεί την καρδιά της για να γυρίσει πίσω στη σωστή της θέση, νιώθει τα χέρια του να αγκαλιάζουν το πρόσωπό της και τα χείλη του να εφάπτονται με τα δικά της

Την φίλαγε με πάθος
Τόσο πολύ που η καρδιά της ζήλεψε και ξεκίνησε για άλλη μια φορά την ανοδική της πορεία προς τα χείλη του
Ήθελε να νιώσει και αυτή τη φλόγα τούτη
Αυτή τη φλόγα που την έκαιγε από το πρόσωπο, στο λαιμό, το στέρνο, το στομάχι, την κοιλιά, τα πόδια και πάλι προς τα πίσω

Ήταν τόση η χαρά της που πάλευε να την κρατά πνιγμένη μέσα της
Μα εκείνη ήθελε να ξεσπάσει
Να βγει προς τα έξω
Με μια κραυγή που θα κρατούσε για ώρες και θα τις έσκιζε τις φωνητικές χορδές
Αντ’ αυτού, ένα δάκρυ κύλισε από τα μάτια της
Και σταμάτησε στα χέρια του
Εκείνος τότε σταμάτησε να τη φιλά, την κοίταξε βαθιά στα μάτια και της είπε
-Μη μου κλαις κοριτσάκι μου.. Είμαι εγώ εδώ, μη φοβάσαι τίποτα
Και τη φιλούσε στα μάτια, το μέτωπο, τα μάγουλα, τα χέρια και τα χείλη
Δεν ήταν ερωτευμένη απλώς..
Τον Αγαπούσε
Ναι..
Κι ας τον ήξερε μόλις για κάποιες ώρες
Τον Αγαπούσε για χρόνια
Απλώς δεν είχε καταφέρει να τον συναντήσει νωρίτερα

Άπλωσε τα χέρια του και την πήρε αγκαλιά
-Νομίζω ότι μου έχεις πάρει το μυαλό.. Από χθες που σε άφησα σπίτι σου δεν μπορώ να σε βγάλω από τη σκέψη μου.. Νομίζω ότι τρελάθηκα.. Αλλά μου αρέσει πολύ που το έπαθα..
-Κι εμένα..
Με αυτή της την κουβέντα την άρπαξε για άλλη μια φορά από το πρόσωπο, την πλησίασε ώσπου οι μύτες τους να ακουμπούν και τη ρώτησε
-Αλήθεια το λες;
Μα εκείνη δεν μπορούσε να απαντήσει..
Είχε χαθεί μέσα στο βλέμμα του
Σ’ αυτές τις δύο θάλασσες που φουρτουνιασμένες χτυπούσαν μανιασμένα όποια αναστολή της είχε απομείνει
-Ναι, ψέλλισε

Την πήρε στα χέρια του
Σα τη νύφη που πάντα ήθελε να έχει
Με πέπλο τα δικά της μακριά σπαστά μαλλιά
Την οδήγησε προς την κρεβατοκάμαρά του
Δεν την ένοιαζε
Δεν ενοχλήθηκε
Της φάνηκε κάτι απολύτως φυσιολογικό
Δεν τον ήξερε απλά κάποιες ώρες, αλλά μια ολόκληρη ζωή
Θα του δινόταν με όλο της το Είναι
Και αυτός το ίδιο
Φαινόταν από τον τρόπο που την κοιτούσε
Με τόση λαχτάρα αλλά και προσμονή

Οι κινήσεις τους ήταν πολύ αργές
Ακολουθούσαν ένα πρωτόκολλο τελετουργίας
Δε σταμάτησαν στιγμή να φιλούν ο ένας τον άλλο
Ούτε και να εξερευνούν με χάδια τα κορμιά τους
Αδιαφόρησαν και στο κουδούνισμα της κουζίνας πως το φαγητό ήταν έτοιμο
Ήταν πια και οι δυο σε έναν δικό τους χωροχρόνο
Όλα διαδραματίζονταν σε άλλες ταχύτητες
Ένιωθαν λες και πετούν στους πιο ψηλούς ουρανούς και άλλοτε πως βυθίζονταν στις πιο βαθιές αβύσσους

Ώσπου τελείωσαν
Και οι δυο με μια μικρή παύση στην καρδιά τους
Αυτή την μικρή εμβολή που όλοι θέλουν να τη ζήσουν, έστω και για μια μόνο φορά στη ζωή τους

Ήταν ακόμη μέσα της.. Της χάιδεψε τα μαλλιά, της χαμογέλασε και είπε:
-Θες αύριο να πάμε να φάμε έξω; Να κάνουμε μια βόλτα;
-Θα το ήθελα, αλλά δεν θα μπορέσω αύριο..
-Μα γιατί; Κανείς δεν δουλεύει αύριο. Έχει πανελλαδική απεργία. Έλα, σε παρακαλώ..
-Το ξέρω, γι αυτό δεν μπορώ.. Θα πάω στο συλλαλητήριο.
-Γιατί;!
-Τι γιατί;! Γιατί όχι;
-Σιγά μην πας να τρέχεις τώρα με τα αναρχοκομμούνια, τους προδότες!
-Τι;! Δεν καταλαβαίνω.. Που το πας;
-Τι δεν καταλαβαίνεις; Οι κομμουνιστές είναι οι προδότες της Ελλάδας κι εσύ θα τρέχεις μαζί τους;
-Και γιατί να μην τρέχω; Αφού προστατεύουν τα δικαιώματα των εργαζομένων, αντεπιτίθενται στο κατεστημένο και τον δικομματισμό και στην τελική ΝΑΙ, θα τρέχω μαζί τους!
-Έλα τώρα, άσε τις χαζομάρες, αφού ένα είναι το κόμμα
-Ποιο; Η δεξιά;!
-Ποια δεξιά; Αυτοί είναι άχρηστοι. Εθνικιστικό μέτωπο βέβαια!

Και τότε ένιωσε τη γη να φεύγει κάτω από τα πόδια της..
Πως γίνεται Αυτός, ο Πρίγκιπάς της, το Άλλο της Μισό να είναι ένας από αυτούς;!

-Ξέρεις.. Δεν είμαι 100% Ελληνίδα..
Αυτός γούρλωσε τα μάτια
-Τι;! Τι εννοείς; Πλάκα κάνεις..
-Όχι.. Δεν είμαι.. Η μητέρα μου είναι από την Παλαιστίνη, άρα δεν είμαι 100% Ελληνίδα. Έχεις πρόβλημα με αυτό;! Ε; Μήπως θες να φωνάξεις τους φίλους σου να με απελάσουν; Ή καλύτερα πρώτα να με σαπίσουν στο ξύλο και μετά να με σφάξουν στο γόνατο;!
-Μη λες βλακείες τώρα. Ξέρεις ότι δεν πρόκειται να σε πειράξει κανείς.
-Γιατί; Επειδή πηδήχτηκα μαζί σου;! Ε και;! Έχω ανοσία τώρα;!
-Σταμάτα, παραλλογίζεσαι τώρα.. Μη λες αηδίες..
-Εγώ λέω αηδίες ή οι φίλοι σου τις κάνουν; Που μόλις βλέπουν ξένο κάνουν εξάσκηση λες και είναι ο κοσμάκης σάκος του μποξ!
-Φτάνει! Σταμάτα, δεν μπορώ να σε ακούω να λες ότι σου κατεβαίνει στο κεφάλι!
-Δεν μου κατεβαίνουν έτσι στο ξεκάρφωτο.. Βλέπεις τηλεόραση; Διαβάζεις κανένα blog στο internet; Είναι γεγονότα αυτά και συμβαίνουν γύρω μας. Το ξέρεις ότι φοβάμαι να κυκλοφορήσω έξω μόνη μου μπας και μου την πέσουν 15 τέρατα μόνο και μόνο επειδή είμαι κατά το ήμισυ ξένη;!
-Καταρχάς δε σου φαίνεται..
-Μπα;! Και δηλαδή αν μου φαινόταν δε θα μου μίλαγες εξ αρχής ε;
-Όχι.. Δεν θα σου μίλαγα..

Αυτό ήταν..
Μέσα της πια ήταν νεκρή..
Και πολύ κράτησε η ευτυχία της
Ένιωθε να πνίγεται
Να μην τη χωρά ο τόπος
Τους τοίχους να κλείνουν γύρω της και μια θηλιά στο λαιμό της όλο και να σφίγγει

-Φύγε από πάνω μου!!! Βγες από μέσα μου!!! Παράτα με ήσυχη!!! φώναζε καθώς κλοτσούσε κι έσπρωχνε προς πάσα κατεύθυνση
-Σταμάτα, σε παρακαλώ, ηρέμησε! προσπαθούσε να την καθησυχάσει
Αλλά τίποτα
Δεν σταματούσε
Φώναζε, ούρλιαζε, πονούσε τόσο πολύ μέσα της
Αυτός ο άνθρωπος που της άλλαξε τόσο τη ζωή μέσα σε μία νύχτα, αυτός ο ίδιος της την πήρε πίσω
Ήταν ανεπιθύμητη, βρόμικη για αυτόν
Και γιατί;
Γιατί η μητέρα της δεν ήταν Ελληνίδα
Ένιωθε προδομένη και άδεια μέσα της
Το δίκιο την έπνιγε.. Πολύ, πάρα πολύ..
Ώσπου ξέσπασε..

Έκλαιγε με αναφιλητά
Είχε ξαπλώσει στο πλάι και έκλαιγε
Άδειαζε όλη της την ψυχή στα σεντόνια εκείνου που την σκότωσε
Εκείνου που της χάρισε ζωή και της την πήρε πάλι πίσω
Ώσπου τον ένιωσε να ξαπλώνει πλάι της και να την αγκαλιάζει
Έχει βυθίσει τη μύτη του μέσα στα μακριά σπαστά μαλλιά της
-Το ξέρεις ότι αυτό το άρωμά σου με τρελαίνει;
-Άσε με, σε παρακαλώ.. Θα ντυθώ και θα φύγω. Απλά μη με ακουμπάς..
-Άσε τις βλακείες, είπε γελώντας και την έσφιξε ακόμη πιο πολύ
-Δεν έχεις να πας πουθενά. Το φαγητό μπορεί να έχει καεί, αλλά θα παραγγείλουμε. Τι στο καλό.. Για φαγητό σε προσκάλεσα, άφαγη θα σε αφήσω να φύγεις;

Για κάποιο λόγο εκείνη δεν καταλάβαινε τι της έλεγε..
Κάτι άκουγε για φαγητό, για να μείνει.. Είχε μπερδευτεί
-Είπα, θα ντυθώ και θα φύγω, να μην είμαι στα πόδια σου.
-Και ποιος σου είπε ότι δεν σε θέλω στα πόδια μου;
-Τι θες να πεις; Γιατί αν εννοείς αυτό που κατάλαβα..
-Όχι καλέ! Τι λες;! Απλώς μου αρέσει πολύ η παρέα σου. Μου αρέσει να μιλάμε, θέλω να σε βλέπω, να σε κρατάω, να σου κάνω έρωτα.. Γιατί να το χάσω αυτό;
-Ξανάρχομαι στο προηγούμενο θέμα. Είμαι ΜΙΣΗ Ελληνίδα..
-Ναι, οκ.. το κατάλαβα. Ο πατέρας σου όμως είναι Έλληνας. Και έχεις Ελληνικό επίθετο. Άρα είσαι Ελληνίδα. Τέλος.
-Ναι είμαι. Αλλά είμαι περήφανη που έχω και καταγωγή από την Παλαιστίνη. Δεν υπάρχει περίπτωση να απαρνηθώ τις ρίζες μου μόνο και μόνο επειδή συμφέρει εσένα.
-Κοίτα. Τώρα όλο αυτό συνέβη. Δεν αλλάζει. Σε ερωτεύτηκα, σε φίλησα, σου έκανα έρωτα. Και δεν θέλω και να το αλλάξω αυτό. Σου είπα ότι ψηφίζω ακροδεξιά και αντέδρασες λες και σου είπα ότι έχω AIDS. Τελικά εσύ είσαι πιο ρατσίστρια από μένα..
-Κοίτα, σου εξήγησα ότι το θέμα μου είναι ότι δεν μπορώ να κυκλοφορώ να να λέω ελεύθερα και υπερήφανα ότι η μητέρα μου είναι ξένη, γιατί πολύ απλά δεν ξέρω αν στο επόμενο στενό ή ακόμη και στο ίδιο μου το σπίτι σκάσουν τα «πρωτοπαλίκαρα» να με καθαρίσουν.
-Ξέρεις γιατί εγώ είμαι με Αυτούς;! Θες να μάθεις το λόγο;! Θες να σου πω για πιο λόγο θέλω όλοι οι ξένοι να εξαφανιστούν από την Ελλάδα για να έχει μόνο τους Έλληνες κακοποιούς να κυνηγάει η αστυνομία;!
-Ναι. Για πες!
-Γιατί πριν από 10 χρόνια πέντε αλλοδαποί βίασαν και σκότωσαν τη 15χρονη αδερφή μου! Και όταν ζητήσαμε βοήθεια δεν έτρεξε κανένας! Μήνυση κατ’ αγνώστων μας είπαν και τέτοιες αηδίες! Και ξέρεις ποιοι βρήκαν τα δύο από τα τρία καθίκια;! Οι εθνικιστές της περιοχής που έμενα τότε! Γι αυτό δεν θέλω τους ξένους εδώ! Γιατί ξέρω ότι υπάρχουν οι άλλοι τρεις εκεί έξω και χαίρονται τη ζωούλα τους ενώ εγώ πεθαίνω καθημερινά από τη στεναχώρια μου! Γιατί έμεινα ορφανός και από μάνα όταν το έμαθε και πήγε απ’ την καρδιά της! Γιατί δεν την πήγα ΠΟΤΕ στην εκκλησία! Γιατί ΠΟΤΕ δεν θα γίνω θείος! Γιατί ΠΟΤΕ δεν θα ξαναδώ την αδερφή μου!

Πάγωσε..
Δεν το πίστευε..
Ένιωθε πολύ άσχημα που τον πίεσε να της πει κάτι τέτοιο
Μια πτυχή του που ίσως δεν την ήξεραν ούτε αυτοί που συναναστρεφόταν καθημερινά
Και τώρα εκείνος να κλαίει..
Εξαιτίας της
Γιατί εκείνη τον πίεσε να της το πει και το επανέφερε στην επιφάνεια
Κάτι που το είχε πνιγμένο εδώ και χρόνια
Δεν ήξερε τι να του πει για να τον παρηγορήσει..

-Λυπάμαι.. ψέλλισε
-Το ξέρω..

Την αγκάλιασε και της είπε:
-Ο καθένας έχει τα δικά του πιστεύω. Ξέρω ότι δεν είναι τόσο απλό από το να σου έλεγα ότι είμαι Ολυμπιακός ενώ εσύ είσαι Παναθηναϊκός. Ή ότι εγώ είμαι Αθηναίος ενώ εσύ είσαι Θεσσαλονικιά. Είναι κάτι άλλο. Αλλά πιστεύεις ότι αξίζει να το αφήσουμε να μας επιρρεάσει τόσο πολύ;

Το σκέφτηκε
Το ζύγιασε καλά..
-Όχι. Δεν αξίζει..

Ξημέρωσε
Πανελλαδική Απεργία
Όλοι στους δρόμους
Και εκείνη μαζί
Είχε ακολουθήσει το γνωστό καθημερινό της δρομολόγιο
Φούρνος – «Προστατευόμενοι»
Η τρίτη στάση άλλαξε
Προπύλαια
Όλοι ενωμένοι
Όλοι μια γροθιά
Βήμα σταθερό
Σχεδόν συγχρονισμένο
Με συνοδεία πανό, σημαιών και συνθημάτων
Τα χέρια υψωμένα σε γροθιές
Τα δόντια σφιγμένα σαν τανάλιες

Για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, Σιωπή..

Βλέπει τα πρώτα δακρυγόνα να καταφθάνουν από πάνω τους σχηματίζοντας τέλεια τόξα
Φωνές
Ποδοβολητά
Δάκρυα
Πόνος
Τρέχει να ξεφύγει από τα τοξικά αέρια
Η ζακέτα της πιάνεται στο σπασμένο κλαδί ενός δέντρου
Την τραβάει με λύσσα
Σκίζεται στα δύο
Ο κόσμος σε αλλοπρόσαλλη κατάσταση τρέχει τριγύρω της αλαφιασμένος
Τα ΜΑΤ σαν πύρινος κλοιός να τους περικυκλώνει
Σαν αγέλη λιονταριών
Με ακονισμένα δόντια και νύχια, έτοιμοι να ξεσκίσουν ό,τι σάρκα βρουν μπροστά τους
Και βλέπει έναν σύντροφό της να τον τραβάνε από τα μαλλιά σαν κουρέλι..
Να τον κλωτσάνε μανιασμένα
Θολώνει..
Τρέχει καταπάνω τους
Είναι περισσότεροι από αυτήν
Δεν τη νοιάζει
Που είναι η ανθρωπιά;
Η αγάπη προς τον πλησίον;
Η Δημοκρατία;
Τρέχει σαν τον άνεμο
Τρέχει για τον άλλο
Για αυτόν που την έχει ανάγκη
Αυτό κάνει
Αυτό έκανε πάντα
Και αυτό θα κάνει τώρα!

Πέφτει με όλο της το βάρος πάνω σε εκείνον που τον κρατούσε από τα μαλλιά
Τον ρίχνει με δύναμη στην άσφαλτο
Σαστισμένος την κοιτά με απορία
Προτού του πει οτιδήποτε, προτού του εξηγήσει, νιώθει έναν πόνο φριχτό στο κεφάλι
Τώρα πια είναι αυτή το Θύμα..
Τώρα αυτή βρίσκεται στη μέση
Το μόνο πλέον που ακούει είναι το σφύριγμα του ανέμου από τα γκλοπ που περιστρέφονταν γύρω της
Το σώμα της δημιουργούσε τα ομορφότερα σχέδια που κάθε αναγεννησιακός γλύπτης θα τα ζήλευε
Με κάθε χτύπημα και άλλη στάση
Σαν ένας απροσδιόριστος χορός
Με μουσική επένδυση τους ήχους του Πολέμου
Αυτού του Εμφύλιου που δεν λέει να σταματήσει εδώ και χρόνια..

Στο βάθος αυτής της μουσικής ακούει μια φωνή γνωστή..
Μια φωνή σαν των Αγγέλων..
Να φωνάζει και να ωρύεται να σταματήσουν..

Ανάμεσα από τα μπλεγμένα με το αίμα της μαλλιά διακρίνει Εκείνον..
Εκείνον που τον λάτρευε..
Εκείνον που Αγαπούσε..
Να τρέχει καταπάνω της σπρώχνοντας όποιον έβλεπε μπροστά του

Γονατίζει πλάι της και την τραβάει στην αγκαλιά του
Το αυτί της είναι πάνω στην καρδιά του
Την ακούει να χτυπά περίεργα, ακανόνιστα..
Τα δάκρυά του ξέπλεναν το αίμα από το πρόσωπό της
Και τα ένιωθε καυτά, σαν σταγόνες λάβας που ξεπετιούνται από ένα θυμωμένο ηφαίστειο
Χαμογέλασε
Δεν πόναγε άλλο..
Ένιωθε μια ζεστασιά γλυκιά
Όπως χθες στο σπίτι του όταν κοιμήθηκαν μαζί για πρώτη
Και για τελευταία φορά
Θα τη θυμάται για πάντα εκείνη τη νύχτα
Είχε ακούσει κάποτε πως ο Παράδεισος είναι να ξαναζείς τις ομορφότερες στιγμές σου
Αυτή τη στιγμή θα ζούσε ξανά και ξανά
Στους Αιώνες
Αυτή τη Νύχτα

Με ό,τι κουράγιο της είχε απομείνει, άπλωσε το χέρι της στο μάγουλό του
Εκείνος δεν είχε σταματήσει στιγμή να κλαίει
Άνοιξε τα μάτια της και τον κοίταξε βαθιά, μέσα στα δικά του
Σε αυτά τα σμαραγδένια μάτια που την παρακαλούσαν να μείνει εδώ..

-Έπρεπε..

Ξημέρωσε
Το δρομολόγιο γνωστό
Ο φούρνος του κυρ. Γιώργου
Όλα τα χθεσινά ψωμιά μισοτιμής και ακόμη πιο λίγο
Κατεύθυνση προς τη δουλειά
Αλλά πρώτα μοίρασμα της σημερινής «σοδειάς» στους «προστατευόμενούς» της
Κάθε ψωμί και ένα χαμόγελο
Κάθε καρβέλι και ένα «ευχαριστώ» για πληρωμή
Μόνο που ο «Προστάτης» δεν ήταν ο ίδιος..
Ήταν ένας άντρας..

Με μάτια σμαραγδένια..

DEMI NAK
27/9/13

Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2013

Μιγώνιον

Η Νεφέλη γιγαντώθηκε,
κι απλώθηκε φουρτουνιασμένη στον αχόρταγο ουρανό….
Σκέπασε  την μαγική πόλη,
να την προφυλάξει…την μετουσίωσε σε φαντασία…
Ο Τάλετάν έστρωσε απλόχερα ανάθημα,
την περηφάνια του στα πόδια της…
Ο Ορίζοντας χαμήλωσε τα φτερά του,
και γονάτισε μπροστά της φλογισμένος…
Μέσα από  τα δαντελένια φορέματα της Νεφέλης,
ξεπρόβαλλε ο Απόλλωνας…
Έσπρωξε ένα κομμάτι από την φωτιά του,
ανάμεσα στα βελούδινα ρόδα της…
Πλημμύρησε με  χρυσαφένιο φως,
τις προσδοκίες και δροσοσταλίδες του πάθους….
Η μαγική πόλη είναι για μας ιδέα,
ανατριχίλα ερωτική σε κάθε άγγιγμα…

ΟΥ ΤΙ ΔΑΝΟΣ
11/8/2012   

Αλλοπαρμένη ελευθερία στάΣου…

Θερίζει του ματιού η κόρη, σφάζει του ανέμου σου η ρότα
τους έρωτες, σαν μυρωδιές, π’ ανθίζουνε στης γης την πόρτα
Παράθυρο ανοιχτό, τον ήλιο ν΄ αγναντεύεις, από κάδρο,
Ο ήχος στάσιμος, δεν έχει δρόμο ήμερο, το μέλλον λαύρο.

Αίσθηση θεια, με λοξή ματιά, απόμερα σε παραθύρια στέκεις
Σαν μελωδία θάλασσας, σαν κύμα που ρυθμό του πλέκεις
Τεντώνεται να σπάσει το σκοινί, που δένει την αλήθεια με το ψέμα
Η οθόνη αιτία, με λευκό πανί, βυθίζει το κενό μέσα σε ρέμα.

Του τρόμου τα κοράκια κράζοντας, λύπες χαρίζουνε και πόνο,
Σε πολιτείες έρημες, ένας Ιούδας με φιλί θα σε προδώσει μόνο. 
Κραυγή αγωνίας, ο δικός σου ουρανός, σε κάθε θλίψη τραγουδάει
Λυγίζει ο διάβολος που έκανες Χριστό, ώρα την ώρα ξεψυχάει.
    
Όσο κι αν ψάχνεις, δεν θα βρεις, οι άγγελοι χαθήκαν νυχτερίδα.
Μόνο μια όαση στην έρημο της Γής, δώρο προσφέρει την ελπίδα
Ζήτα το δρόμο πάρε το κλειδί, και μην σταθείς σε ότι σε δεσμεύει    
Σιμά στην πόρτα κόψε το σκοινί, και κάψε, όλο αυτό που περισσεύει.

ΟΥ ΤΙ ΔΑΝΟΣ
15/9/2013=21=3 Τριάδα


Το Απόλυτο

Μ΄ Αρέσει να φλερτάρω στο «είναι» και στο «δεν είναι».
Να «χάνομαι», και να «εμφανίζομαι»..
Να «Υπάρχω» και να είμαι «Ανύπαρκτος»
Να «σκορπίζω» την ψυχή μου, και να «μαζεύω» την σκόνη της.
Να «ταξιδεύω» το μυαλό μου και να το «σκλαβώνω»…
Να περπατώ στο λυκόφως, το αριστερό βήμα στην μέρα, το δεξί στην νύχτα.
Να «πετάω» κάτω από τον θεό, και να «περπατώ» δίπλα στον διάβολο.
Να γίνομαι «εγώ», και να ενεργώ «εσύ»…
Να με «αγγίζουν» και να «πιάνουν» αέρα..
Να με «πληγώνουν» και να με «δυναμώνουν»

Να με «βρίσκεις» όταν όλοι οι άλλοι με «χάνουν»…

Μ΄ Αρέσει να είμαι ΟΥ ΤΙ ΔΑΝΟΣ

14/9/2013=20=2 διπλή υπόσταση.

Μέτρο

Τόσα κεριά με κράτησαν, που φώτιζαν την νύχτα,
Όσα φιλιά με σφράγισαν, στο λιακωτό μου ρίχτα.

Τόσες καρδιές, ξεψύχησαν, μεταξωτά φορώντας
Όσες ανάσες έσβησαν στο πουθενά γυρνώντας

Τόσα του κόσμου δάκρυα, δροσίζουνε τον δρόμο
Όσα τ΄ αστέρια του ουρανού, φωτίζουνε τον κόσμο

Τόσο μεγάλη η αγάπη μου, την θάλασσα φουσκώνει
Όση της γης η ζεστασιά, στου Ήλιου το μπαλκόνι

 ΟΥ ΤΙ ΔΑΝΟΣ

28/6/2013=22=4 

Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου 2013

Μοιραίοι κάκτοι

Τρεις κάκτοι σπαργανώνουνε, της γέννησης το θαύμα
Τρεις μοίρες μυστηριακές, κρατούν νωπό το τραύμα
Αέναα τ΄ αγκάθια τους, στου χρόνου μας την σπείρα,
Που η Αγαμήδη μάταια, ξορκίζει στην Εφύρα

Η Λάχεση ακοίμητη, πίσω μας, και μακριά μας  
Του παρελθόντος τις πηγές, τ άδικα δάκρυα μας
Και τα ριζώματα της Γής και τις δικές μας πλάτες
Προσκέφαλο για τις στιγμές, τις ώρες τις φευγάτες

Αστραποβόλα η Κλωθώ, στο τώρα μας η στέψη
Ζει ότι μας υπόσχεται, χωρίς μεγάλη σκέψη
Δρόμους ανοίγει αγνώστους, δίκες με την Σελήνη
Πάθη, βρισιές, είμαι παρών,  ζωής καυτό καμίνι.

Φαρμακερή, απρόβλεπτη, η Άτροπος μας θρέφει
Κάνει στον ήλιο εραστές, στα όνειρα μας γνέφει
Κι έπειτα, με την θάλασσα, ομόφυλα φλερτάρει
Καράβι ελαφροπάτησε, η «κάλλιστη»  του Πάρη.
   
Τούτα τα τρία αγκαθωτά της ύπαρξης στεφάνια
Μόνιμη μάχη της χθονός, μ΄ αντίπαλο τα ουράνια. 
Μου χάρισαν κεντήματα, μου πήραν στάλες δάκρυ.
Πονά με αίμα η βελονιά, σφάζει το τρίτο Μάτι.

ΟΥ ΤΙ ΔΑΝΟΣ
7/9/2013=22=4 ζεύγη ένα
Εγώ + Εσύ (Λύκος + Γεράκι)

Πέμπτη 5 Σεπτεμβρίου 2013

Παραλογισμός

Λέει να γινότανε αυτό το φεγγάρι, τούτη την στιγμή να βούταγε στην θάλασσα, να βαπτιστούνε ασημένια τα νερά της.
Να χάσει η θάλασσα τα νάζια της, και ένα να γίνει με του ουρανού το γκρίζο, χωρίς να στάξει μια σταγόνα μοναξιάς στα φωτεινά της
Νύχτας τα σημάδια.
Να στολιστεί μ΄ ατσάλινα φτερά ο Πήγασος, και στο στερνό του φτεροκόπημα να σκίσει, να μετάξια της ψευτιάς που ντύσαμε του έρωτα την γύμνια.
Να κατεβώ στης αμμουδιάς τις δροσερές λαγόνες, και αφού με υπομονή φιλήσω χίλιους κόκκους, άμμου χρυσής, και φύκια άμα ντυθώ σαν δαντελένιες τρέσες, το ποθητό κοχύλι να ντυθώ, που μόνο το κακό φεγγάρι υπακούει. Και έτσι με της γιορτής την ξέφρενη και σειρηνένια μουσική, με κάθε ανάσα, ζωή θα φέρνει κάθε σκίρτημα, και κάθε ακούμπημα ζωή θα παίρνει.
Ο Έρωτας και ο θάνατος αντάμα στην ρουλέτα.
Λέει να γινότανε ο Ήλιος το άρμα του για λίγο ν΄ απιθώσει, στις χρυσαφένιες πεδιάδες του Αλωνάρη, να πλημυρίσουν τα βουνά με κοραλλένιο φώς.
Να σκύψουν οι κορφές οι χιονισμένες, και το λευκό τους όνειρο, στις ρεματιές να κρύψουν, μην το βρει της ειμαρμένης το μοιραίο μάτι, και το σκορπίσει στάχτη και καπνό στις άπονες του αγέρα ανασαιμιές.
Να σβήσει ο Μονόκερος , την φλόγα που τυλίγει με δαντέλες, όσα ποτέ χείλη ανθρώπου δεν ψιθύρισαν, όσα ποτέ χέρια αχόρταγα δεν χάιδεψαν, κι όσα ποτέ νεραιοδοσχήματα δεν κύλησαν σε όχθη ποταμού, που τα νερά του τα κρυστάλλινα στερεύουν, όταν δεν έχουν τίποτα να πουν.
Να γεννηθώ τότε ξανά, και να ουρλιάξω, σαν θα βγαίνω από την μήτρα της ατέλειωτης ζωής μου.
Να γονατίσω βρέφος μπρός στης Ήβης το στεφανωμένο τρίγωνο,
και να σαλπίσουν οι σειρήνες ποθητό σκοπό, που λήθη φέρνει στους συντρόφους του Οδυσσέα.
Να κόψω άντρας πια, καρπούς από το δέντρο του καλού και του κακού της γνώσης, και πάλι του εξοστρακισμού τον δρόμο να μου δείξουν.
Και τέλος σαν τιτάνιος Διγενής, στα αλώνια του κορμιού της αντρειοσύνης να κόψω αστέρια και την πορφυρή, ποδιά σου να κεντήσω.
Από το αίμα που θα στάξει, στης καυτής βελόνας τα κεντρίσματα, να πάρει ο Ήλιος, ψίχουλα δροσιάς και να στολίσει της ροδόλευκης αυγής το μεταξένιο μονοπάτι.
Αυτό το ίδιο που με ξαναγέννησε, τόσες φορές όσες χρειαστήκαν για να δώσω στην κακιά νεράιδα λόγο να υπάρχει.

ΟΥ ΤΙ ΔΑΝΟΣ
25/8/2013=21=3 Τριάδα     

Πέμπτη 29 Αυγούστου 2013

Ηλιοβασίλεμα,

Πάει περίπου μισή ώρα που βασίλεψε ο ήλιος στον Κότραφο, κι ακόμη τα υπολείμματα από  το χρυσαφένιο του φως σκορπίζονται  στον ορίζοντα και χρωματίζουν τον ουρανό και τη θάλασσα .
Όσο πιο κοντά του τόσο πιο έντονα και όσο πιο μακριά τόσο πιο άχνα .
-         Που πηγαίνει  ο ήλιος μπάρμπα Παύλο;        Ρώτησε ο  Ληγόρης
-         Πάει να κοιμηθεί, έχει εκεί πίσω ένα μαλαματένιο κρεβάτι , πέφτει ανάσκελα και
 κοιμάται, φόρα το πρωί.
Ο μικρός τέντωσε τα αυτιά του, και κάτι σαν αμφιβολία άστραψε στο βλέμμα του, «έχει γούστο» σκέφτηκε, μάλλον χωρατό είναι, πέφτει ανάσκελα και δεν τσουλάει, αφού είναι σαν μπάλα.
Πώς όμως και να φέρει αντίρρηση, ο μπάρμπας καλός-καλός αλλά δεν σήκωνε αμφισβήτηση, ξερό κεφάλι ότι έλεγε ήταν νόμος.
-         Καληνύχτα μπάρμπα, πάω γιατί θα με γυρεύει η μάννα μου, είπε και πήρε το δρομάκι για το σπίτι.
Η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται, βρήκε δικαιολογία μια  που η συζήτηση  δεν είχε ενδιαφέρον και άφησε τον μπάρμπα Παύλο, στραμμένο προς την δύση.
Είχε πολλά το παρελθόν να δώσει, εικόνες , φωνές , χλιμιντρίσματα, όλα ανακατεμένα με ζωή.
Αχνοσκιές τα άλογα που γύριζαν σχεδόν καλπάζοντας στο αλώνι πατώντας τα στάχυα , και εκείνος τα διαφέντευε με μια μαλακή σκληράδα . 
Είχε στο κύτταρο  του  το μέτρο  και έβγαινε η ισορροπία  στα ζωντανά. 
Νοιώθανε λοιπόν σκληράδα και αγάπη, από τον νοικοκύρη, που την μετέτρεπαν σε φιλότιμο καθώς τα χούγιαζε:
-         Ντέεεει  Σκόμπι  ήσυχα κερατούκλη ….  Έλα  Κόρμπα  αγάντα …..
-         Ρίξε  γριά τα στάχυα μέσα………   με το τριχάλι…..
-         Ε καλά  σιγά να μη μου τρυπηθούν τα αφράτα μου χέρια…..
Θαυμαστή η σχέση  η γριά του ήξερε , είχε γίνει  το ολόγραμμά του σε θηλυκή έκδοση , όλα είναι γνώση και προσαρμοστικότητα
Ο Ληγοράκης  γύρισε πίσω το βλέμμα του, πριν σκαπετίσει και ζωγράφισε την εικόνα του . Φόντο ένας σκίνος, πίσω του δύο τσερατσιές, μπροστά και χαμηλά μια πέτρα αιώνια, ο θρόνος του μπάρμπα Παύλου.
Κεντρικό θέμα  η φιγούρα του, με ελαφρά κλίση του σώματος προς τα πίσω, ενώ από την πλάτη και πάνω έγερνε προς τα εμπρός χρησιμοποιώντας σαν αντιστήριγμα τη μαγκούρα του, που την κράταγε και με τα δύο χέρια. 
Το κεφάλι ελαφρά σκυμμένο κοίταζε ίσια μπροστά χωμένο μέχρι τα αυτιά στην τραγιάσκα.  Τι παράδοξο κοίταζε μπροστά και έβλεπε πίσω, δεν είχε το χάρισμα να οραματίζεται, και γέμιζε το κενό με την αναπαράσταση της ζωής του στο αλώνι. 
Εδώ που τα λέμε μπορεί  και να αντιμάχονταν τον χάρο σαν Διγενής με τον δικό του τρόπο.
 Πέρασε το φούρνο της θείας Μαριγούλας και κατηφόρισε πηδώντας τα δέκα μέτρα που τον χώριζαν από την αυλή.
-         Βρε καλώς τον τον λεβέντη.
Ακούστηκε με αντίλαλο το καλωσόρισμα από τους μπαρμπάδες και τις θειάδες.
-         Έλα κορώνα μου, που γύριζες, πήγαινε να κλείσεις την πόρτα της μάντρας.
Τον παρακίνησε στοργικά η μάννα του η θεία Κατερίνα.
      -     Άστο το τακτοποίησα εγώ, πρόφθασε ο πατέρας του μπάρμπα Αντώνης και συνέχισε αργά και καθαρευουσιάνικα όπως συνήθιζε, μια μεταφυσική ιστορία.
      -      Όταν έφτασα λοιπόν στο σταυροδρόμι, είδα μπροστά στα μάτια μου μια  παραμυθένια εικόνα, πανέμορφες κοπέλες με αέρινα φουστάνια , τόχαν ρίξει στο
χορό, κάτω από το φεγγαρόφωτο. Ήταν νεράιδες, ούτε που ταράχτηκαν ,
 πέρασα και τις άφησα στην ησυχία τους, και εκείνες βέβαια το ίδιο κάνανε.
Οι υπόλοιποι  άκουγαν αμέριμνοι, κουρασμένοι από τις έννοιες της ημέρας,  μια συνηθισμένη επαφή με  εξωτικά, χωρίς να εκπλήσσονται, και χωρίς να ρωτάνε λεπτομέρειες. 
Μάλλον το θεωρούσαν φυσικό, να συνυπάρχουμε με οντότητες, και ο καθένας  να μην ανακατεύεται στα χωράφια του άλλου.
-         Εεε  πατριάρχη, καλές οι νεράιδες αλλά έχουνε το μυαλό τους συνέχεια στο
χορό,  ακούστηκε ο μπάρμπα Παύλος που έφτανε στην αυλή.
      -    Όταν χάθηκε  ο αδερφός μας ο Βασίλης, μετά την κηδεία , κατέβαινα στην Οριαχα, και έκατσα να ξεκουραστώ, στο Πλαγιάδι, εκεί στο παλιό κεραμιδοκάμπινο. Άκουσα, μια βουή να έρχεται από το κοιμητήρι και να περνά πάνω από την ρεματιά, όταν έφτασε πάνω από τον Χαζανά έκανε ένα Ααααχ και έσβησε.
       -    Πήγε να επιθεωρήσει το περιβόλι του για τελευταία φορά, αναστέναξε
Παύλαινα  με φωνή που παλλόταν από συγκίνηση.
-         Α  καΐλα μου τίποτα δεν παίρνουμε μαζί μας, όλα εδώ μένουν , συμπλήρωσε  η
 θεία  Μαριγούλα , η Σωτήραινα .
-         Αύριο θα ποτίσω, στον Απεράτη άλλαξε την κουβέντα ο μπάρμπα Λίας, μάλλον
 τον στενοχωρούσε η κουβέντα, και την γύρισε στο παρόν .
-         Να πάς σύνταχα, να μη σε φάει ή ζέστη, τον συμβούλεψε η γυναίκα του η
 δημήτρω, και σηκώθηκε να μπει στο σπίτι.
-         Πάω και εγώ να ανάψω την λάμπα μονολόγησε η θεία Κατερίνα .
-         Πάμε και εμείς γριά διέταξε τρυφερά την Παύλαινα ο  γέρος της.
-         Πάμε Παυλί μου, να σου βάλω να φας, είπε η Αλεξάνδρα, εννοώντας ότι θα φάει
μαζί του και εκείνη βέβαια. 
Καληνύχτισαν , και τράβηξαν αργά και προσεχτικά για το σπίτι τους που ήταν καμιά εκατοστή μέτρα μακρύτερα από τα άλλα δίπλα στη βρύση.
Οι υπόλοιποι έμειναν σιωπηλοί, ο καθένας βυθισμένος μέσα στο σκοτάδι, σκιές ίδιες με την νύχτα, κρεμασμένες ψυχές στην συμπαντική ψυχή.
Έτσι σαν ψυχές τους ένοιωθε ο Ληγόρης, μέσα στην πληρότητα τους, που στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν την γνώριζαν συνειδητά, την υπηρετούσαν όμως, επειδή έτσι όριζε η πρόνοια, και εκείνοι ήταν ενταγμένοι στην φυσική ροή με νομοτέλεια, επειδή ήταν μέρος του γίγνεσθαι και το πίστευαν.
Το ποτάμι της ζωής κυλά και στριφογυρίζει, και ενώ μας φαίνεται ότι όλα αλλάζουν σε κάθε στροφή, στην πραγματικότητα μένουν ίδια, εμείς οφείλουμε να ανανεώνουμε την κοσμοθεωρία της ύπαρξης μας, και να μπορούμε να ταξιδεύουμε τις ψυχές μας μέσα στο χρόνο. 
Γιατί η κίνηση του χρόνου είναι τροχιά κυκλική, όπως οι πλανήτες, οι γαλαξίες και όπως το σύμπαν, και η ζωή , η ιστορία επαναλαμβάνονται, όσο μεγαλύτερη είναι η τροχιά του χρόνου τόσο μεγαλύτερος και ο χρόνος.
Ηλιογυρίσματα απόσπασμα κεφ 1 (Αρτέμιος=Απρίλιος)


ΟΥ ΤΙ ΔΑΝΟΣ