Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013

Δεύτερος θάνατος, το Βιβλίο της Zωής.



Σε τούτο τον γαλάζιο ουρανό, σε απλωσα σκόνη από την αστροσκονή μου.
Σε παράδωσα στην μάννα μου την Γή, και μέτρησα τα χαλίκια του Σκύρα για να τ’ απλώσω χαλί, στα λασπόνερα που περπατάς, να μην χάσουν το αλαβάστρινο χρώμα τους τα ελαφίσια πόδια σου.
Σε μαζεψα φύλλο-φύλλο, απο τις βελανιδιες, που σκόρπιζε ο αέρας το φθινόπωρο, να ξαπλώσουν κουρασμενα απο το πήγαινε έλα, τα ματια μου, και να πεθανουν ολα εκένα τα ζιζάνια, που φύτρωναν την άνοιξη, και επνιγαν τις αγριες γλαδιόλες στα λιβάδια της Όρειαχας.
Άνοιξα τα χέρια μου στο βοριά, Σταυρός εγώ, και εσύ Γολγοθάς, και μαζί ανηφόρησε στο κοτρώνι η αλεπού, κρυφογελώντας μέσα από τα βάτα, που σαν αρπαχτικά μάτωναν τις γάμπες που άρπαζαν, και η νιότη κυλούσε σε πέτρες κοφτερές, γάργαρο ρυάκι κόκκινο...αίμα, αίμα πορφυρένιο.
Βούτηξα σε κύματα αφρισμένα να γυρέψω κοχύλια μυστικά μοναδικά, που δεν ανοίγουν παρά μόνο όταν τους ψιθυρίσεις λέξεις μαγικές άγνωστες στους περισσότερους. Σάλεψε το όστρακο στα σμαραγδένια βάθη, ανατρίχιασε η μέδουσα και έσταξε το δηλητήριο.
Καταραμένη η μοίρα που διάλεξα να περπατήσω.
Μια ανάσα πριν απ την ζωή, μια βόλτα πριν τον θάνατο.
Σε βαθύ σπήλαιο του βυθού χάθηκα, μου τέλειωσαν τα ξόρκια, μικρές στιγμές κόπηκε η ανάσα, σάστισε το όνειρο στα σκοτεινά βάθη χάθηκε το κλειδί έγινε ψίθυρος, που ταξιδεύει και σβήνει σε ακρογιάλια απάτητα παρθένα.
Και βάρκα φορτώθηκε μια ψυχή, μια ψυχή που την καίει το πυρωμένο σίδερο της αλλοίωσης, μια ψυχή που με αγωνία γυρεύει σωτηρία.
Μακρύς κακοτράχαλος ο δρόμος, συμπληγάδες, και μετά τάρταρα.
Και η βάρκα ταξιδεύει αδέσποτη, σαν την άδικη κατάρα, έρμαιο στου βοριά την βούληση, μέχρι που να φυτρώσουν ξανά κουπιά.
Βαριά κληρονομιά, της βάρκας το φορτίο, και η θάλασσα που δεν πονά και δεν χαρίζει, για της ψυχής το μαύρο δρόμο σκύλες και Χάρυβδες γεννά πριν απ το τέλος.
Με αυτά σαν φόντο, να περπατώ συνήθισα ανάποδα, τα βήματα να ορίζω προς τα πίσω, για το χατίρι σου, ψυχή αδελφωμένη.
Τάμα σκοπός ζωής να βρω του θηρευτή  τα βέλη, τα βέλη τα φαρμακερά να ξεριζώσω. Μισό ταξίδι, και μισώ του τέρατος την αύρα.  Μου φτάνει όμως που τον ήλιο έχω συντροφιά, και την ψυχή με την γλυκιά του ζεστασιά θα ξεκουράσω.
Με θάλασσας νερό θα πλύνω της πληγές, κι ο πόνος βάλσαμο θα γίνει, και φίλτρο λήθης, που θα διώξει τις στιγμές, τις σκοτεινές.
Κοίτα τα μάτια μου, καθρέφτες που προβάλλουν στην οθόνη σου ότι σκληρό συνάντησες, με κακουχίες, που σου στέρησαν την μυρωδιά του γιασεμιού να γεύεσαι.
Κοίτα με θάρρος στον καθρέφτη, και δες ανάποδα το χρόνο να γυρνάει. Βρες του τέρατος τα μάτια, και καυτά με ένα βλέμμα, θείο δώρο απ τον άρχοντα δοσμένο, φύσα πνοή με αγάπη.
Σε σένα θα γυρίσει πολλαπλή, και κείνον στάχτη θα σκορπίσει, στους τέσσερεις άνεμους.
Το χέρι του πολεμιστή, που φως σκορπά και την ψυχή γεμίζει, το σώμα το ουδέτερο, το κακοποιημένο, λουλούδι ολάνθιστο θα μετατρέψει.
Γονάτισα τόσες φορές, όχι γιατί την μάχη χάνω, γονάτισα για να προσευχηθώ, με δύναμη το στέρνο να γεμίσω, απ την πηγή ανέσπερο φως να χορτάσω, και τα σκοτάδια να χαθούν.
Τα χέρια σήκωσα ψηλά, τον ουρανό που με έστειλε να ευχαριστήσω, και εκείνο που με φόρτωσε να κάνω να τελειώσω.
Φεύγει και χάνεται, κάθε φόρα ο αετός, την πλάτη μου γυρίζει, και μόνο εγώ ξέρω τον λόγο.
Στην γη του μύθου έρχεται και ξανάρχεται, φτεροκοπά ζήτα, μου δείχνει δρόμους. Με δένει μέρα με την μέρα.
Ξεφύλλισα το βιβλίο μου, καθώς ανηφόριζα το μονοπάτι της Τυλιγής.
Γύρισα σελίδα όταν έτρεχα στον δρόμο για τις πύλες του Άδου.
Κοντοστάθηκα και αφουγκράστηκα, μια γλυκεία ανάσα στο νησί των Ιπποτών, που με κέρδισε.
Δεν είμαι Εγώ, είμαστε τρείς, και χίλιοι ακόμα, που περπατάμε στην θολή γραμμή, στην ζώνη του λυκόφωτος άλλες φορές, του λυκαυγούς στο τέλος.
Γυρεύω να ορθωθείς, της θάλασσας ταξίδι, και το κουπί να αδράξεις, τα κύματα να οργώσεις, και φάρος φωτεινός μέρα και νύχτα, θα φέγγω, στα κρυφά σου μονοπάτια.
Σε λαχταρώ ζεστή μου Γή, του αγγέλλου του ουδέτερου τον έρωτα θυμίζεις, τον έρωτα τον θείο, και τον άμαθο, που άσβεστος και αμόλυντος, πολεμιστής με φώς, σαν του αετού το ζύγιασμα θα ταξιδεύει, κάθε στιγμή, πάνω από θάλασσες και από στεριές, ακόρεστος, αθάνατος, και δυνατός.
Ποθώ τον σύντροφο μου να ντυθώ, και στα φτερά του θύμηση να γίνω στο τελευταίο πέταγμα, τα αστέρια να χορτάσω, και με ψυχή αέρινη το θόλο του ουρανού να αγγίξω, με ανάμνηση εσάς που στα χωράφια μου, τ΄ ανθόσπαρτα πάντα θα περιμένω… τα ολοφώτεινα λιβάδια του δικού μου κόσμου.

ου τι δανος
21/3/2013