Κυριακή, 20 Ιανουαρίου 2013

Η Αγάπη….υπέρτατο χάρισμα.

Για την  αγάπη τι να πεις, τι να γράψεις για τον θεό, τι να αισθανθείς για το 
φώς, που να βρεις τόπο να πατήσεις και να αφουγκραστείς την αγάπη, την νοηματική έννοια υπέρτατο δώρο, όπως ορίζεται ετυμολογικά.
Αν θυμηθείς το πρώτο κλάμα, τότε που γέμισε η ανάσα την ζωή, τους ήχους και τ΄ αναφιλητά του έντυνε η αγάπη.
Το πρώτο γλυκό χαμόγελο της μάνας, αγάπη το ζωγράφιζε με χρώματα ζεστά, χρώμα χωρίς πινέλο, χρώμα ανεξίτηλο.
Το πρώτο αίμα, στο τυχαίο πέσιμο, τον πρώτο πόνο της πληγής, τον γιάτρευε, θαυματουργά το βάλσαμο που η αγάπη χάριζε.     
Αν πατήσεις σε ριζιμιό, σε πέτρα χιλιόχρονη, και ακουμπήσεις στη δροσερή αναπνοή του αέρα, θα δεις τον ήλιο στην ανατολή.
Τότε που η μέρα ξεκινά, τότε η αγάπη είναι απλωμένη στα τόσα χρώματα που βγάζει ο Ήλιος, και μας στέλνει φυλακτά.
Της θάλασσας το ακούμπισμα στου ουρανού την άκρη, μυρίζει αγάπη, και είναι η ένωση αρμονικά δεμένη, που δεν διακρίνεις που τελειώνει η θαλασσινή κι αρχίζει η ουράνια.
Στις άκρες τις τριανταφυλλιάς δροσοσταλίδα, διαμαντένια, έτοιμη να κυλιστεί, στου ποιητή την σκέψη, από το βάρος της αγάπης φορτωμένη.
Αλλά και στων πουλιών τα κελαιδίσματα, στους βόμβους από μέλισσες, που γυροφέρνουν με λατρεία τα λουλούδια, παντού και πάντα κεντημένη με κλωστούλες μεταξένιες, η αγάπη στο εργόχειρο της φύσης.
Αν περπατήσεις μέσα στης ζωής το μονοπάτι, και στις ρυτίδες που δαρμένα πρόσωπα αυλακώνουν, με ένα χαμόγελο που δίνεις από φως, θα βρεις  αγάπη.
Στα τρυφερά του μάγουλα τα παιδικά, παιχνίδια και φιλια, με αγάπη χαριστήκαν, και με χαμόγελα χαράς λάμπουν τουλίπες μαργαρίτες, μενεξέδες.
Στου δρόμου τα μισά, εκεί που η στροφή γυρνά το μονοπάτι, μην ξεχαστείς και δεν ανάψεις στην αγάπη προσευχή, μην αψηφήσεις τον γκρεμό που χάσκει να ρουφήξει, δόξα και πλούτη, όνειρα εικονικά.
Η ζυγαριά στην αρμονία για να γέρνει, θέλει αντίβαρο της να έχει την αγάπη.
Το ασήμι των μαλλιών του φεγγαριού, αν το κοιτάς ολόισια στα μάτια, λάμπει σαν καθρεφτίζεται στα ήμερα νερά, και πλημμυρίζει αγάπη η κοφτερή του λόγχη.
Αν χαριστείς στον έρωτα, κάποια στιγμή αναπάντεχα, μοιραία ίσως, και σε τραβήξει πάνω στο άρμα του, για να σαλπάρεις σε νερά μενεξεδένια, ταξίδι μαγικό, στιγμές που γίνεται θεός, καθένας από μας, αφήσου την νεράιδα σου ξέχνα ποιος είσαι, και που πάς.    
Δεν έχεις άλλο όνειρο, μόνο του αγγέλλου σου ν αγγίζεις τα φτερά και να γεμίζει της ψυχής σου το σεντούκι με χίλια δυο πετράδια ροδοπέταλα.
Δεν έχεις άλλα μάτια, σαν τα δικά του όμορφα, που τα δικά σου, χάνονται και σβήνουν μπροστά σε τόσο φώς.
Έχεις αυτιά να ακούνε μουσικές, και ψιθύρους αγάπης, βαριές ανάσες πόθου που καυτές χαϊδεύουν όλο σου το είναι, και περπατάς σε κόσμους, που ο νους πέρα από τούτες τις στιγμές δεν συλλαμβάνει.
Έχεις χείλια ζεστά, υγρά, και ρόδινα με ανατριχίλα, να μετράνε πόντο-πόντο βελουδένια λιβάδια, να ξεχειλίζουν στου υπέρτατου ναού τον βωμό θυσία,  σταγόνες μαργαριταρένιες που κυλάνε χείμαρρος στης έκρηξης την λαβα.
Έχεις και θα χεις πάντα μια καρδιά που θα κρατά, στην πόρτα της ψυχής σου τα κλειδιά, ν ανοίξει να κουρνιάσει μέσα, και να γεμίσει της ζωής σου το θαμπό το μονοπάτι.
Μέσα στης νύχτας το φτερούγισμα, στ αστέρια που είναι φύλακες, ψυχές, και κάνανε τον ουρανό λημέρι για την νύχτα, κρέμεται χρυσοκίτρινο κορδόνι και ενώνει όσους βρήκαμε την άκρη του με αγάπη.
Αν κουραστείς στο πέρασμα του χρόνου, στα τόσα που συνάντησες, και τόσα που δεν μπόρεσες να ζήσεις, άπλωσε την ικμάδα σου, στον πανδαμάτορα, χωρίς προκαταλήψεις. 
Τόσα κεριά αγαπημένα που σβήστηκαν, χρόνια φευγάτα, και τόσα αναμμένα περιμένουν για να σβήσουν.
Για μας δεν είναι τέλος, της ζωής το τέλειωμα, είναι μονάχα μια σκηνή, σε ένα έργο που κανείς μας δεν γνωρίζει ούτε τέλος ούτε αρχή.
Και του θανάτου ο μαύρος καβαλάρης, κι αυτός ακόμα αγάπη είναι, και μ αγάπη αν τον δεις η δάφνη θα σε στέψει νικητή σε αλώνια μαρμαρένια, θα γίνει δρόμος ουρανένιος και παντοτινός το μονοπάτι, σε μέρη θεϊκά παραδεισένια να σε βγάλει.

ΟΥ ΤΙ ΔΑΝΟΣ
20/1/2013